ΜΙΑ ΠΕΡΙΔΙΑΒΑΣΗ ΝΟΕΡΑ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΧΑΡΗΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΛΟΓΟ

Category: ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ
Published on Monday, 15 July 2013 05:43
Written by Administrator
Hits: 5236

 

Πεντέξι μέρες πριν τζι’οι μαρινιώτες  επεριμένασιν ούλοι μ’αγωνία

να γιορτάσουσιν την Αγιά Μαρίνα τους τζιέ να της κάμουν λατανία


τζιέ οι γεναίτζιες του χωρκού θρουμπιά μαζζιά μαζεύκουν

προσάπσιμο στους φούρνους τους αλλά τζιέ για να μαγειρεύκουν

 

τζιέ ο Πισσιάρας μας που το τιπόζιτο φωνάζει κοπέλες ήρτε το νερό

Μηλού, Μαρή,  Πίσσενα,  Χαννούτα  βουρούσιν να γεμώσουν δροσερό

 

ο Νοχής τζιέ ο Πισσιάρας αφού είναι οι τουρκόπουλλοι του χωρκού

πιάνουν κάμποσες γεναίτζιες τζιέ ασπρίζουσιν  τους τοίχους κατά παντού

 

ακόμα τζιέ ο Σίσας ο μουχτάρης φακκούν γυρω με τον αζά τον Τζυρκαλλή

να τσιακκάρουν την καθαριότητα μέσ-τες στράτες τζιέ που αυλή ως αυλή

 

γιατί το παναύριν του χωρκού εκόντεψε τζιέ ενάρτουν που τα γύρω χωρκά

τζιέ έπρεπε όπως δήποτε το ομορφό-χώρι να ξεχωρίζει πο’ούλον τον βορκά

στο σπερινό την νύχτα η εκκλησσιά γεμάτη τζιέ οι ψάλτες καμπανιάζουν-την

τζιέ ο πάτερ Αντρέας με το πετρασσίλιν του τζιέ Μεγαλόχαρη φωνάζουν-την

 

τζιέ λιτανεία μιάλην κάμνουσιν στα στενά τζιέ σοκκάτσια της Αγιάς Μαρίνας

που του Μαρίνου, της Κιολαρούς, του Κιτέου ρέσσουσιν, τζιέ παν ως της Αθήνας

 

το σπερινόν ετέλειωσε τζιέ η αυλή της εκκλησσιάς που κόσμο εν γεμάτη

σσιερκές τζιέ αγκαλιές γλυτζιές μιτσιοί, μιάλοι τζιέ ούλοι τους κκεφάτοι

 

η Ελεγγού, η Πάγια, ο Τσιακκαριάς, η Τταλλού, η Κιολαρού τζι’η Βασιλού

στές καφενό-πόρτες με τες μπύρες τζιέ τα αναψυκτικά, τον κόσμο καρτερού

 

του Χατζηφεσά,  του Πρακκατσιά, του Σελλά , του Παρτέλα τζιέ Χατζηκουνιά

το μαρινιώτικον τους κλέφτικο εμουσκομύρισε κατά π’ανοίξαν τζίνα τα φουρνιά

 

Πουρουτζής ζορνέ, Φράγγος ταμπουρά, Πεκρής κατσαμπούνα, Κιολάρης δοξαρκάζει

ο Σόλωμος τζι’ο Τσιανής στην μαρινιωτού, τζιέ ο κόσμος ούλλος τους δοξάζει

 

πιό-τζεί ακούουντε τα τσιαττιστά με τον Γιούσελλο τζιέ τον Χατζηκουνιά

τζιέ ο Κάκαρος στην Κουντουρού, λαλεί του Κάπτεν γύρε αλλή καμιά πινιά

 

τσι’όταν εμπήκαν στο χορό, Γενιήπολου, Σσιακιρού, Φράγγος τζιέ Παρτέλας

ξένοι γνωστοί τζιέ χωρκανοί εκατταρκάσασιν τζι’επλουμίζασιν ένας-ένας

 

τζιέ ο Πήλιος ο περιβόητος φωνάζει κάθε λλίο, κρέμα, βανίλια, παγωτό..

τζιέ οι Μαρινιώτες τζιέ οι Μαρινιώτισες ούλοι στην τραουκιάν τζιέ στον χορό

 

τούτοι ήταν εν ολίγης οι Μαρινιώτες με την γιορτή τους, τζιέ παντ’αγαπημένοι

μερακλίες της τραουκιάς, του χορού, των τσιαττιστών τζιέ πάντα ενωμένοι

 

ήταν ακόμα των βιβλίων με τη Φιλήσα τζιέ των παλληκαρκών που ευκάλλαν κρότος

τζιέ μ’έναν ήρωα τον  Κυριάκο Τζυρκαλλή που στην εξυπνάδα ήταν πάντα πρώτος

 

Αγία τζιέ προστάτρια μας, για το χαττίρι των παλιών στα πόδια σου θα ππέσω

τζιέ μ’ένα τελευταίο μου δίστιχο, με πόνο στην καρδιά θα σε χιλιό-παρακαλέσω

 

βοήθα μας Αγιά Μαρίνα μου τζιέ νάσε σίγουρη πως πάνω μας εν θα μείνει

σβήσε που τους παλιούς πριν να φύουν που την ζωή, τούντο άσβεστο καμίνι

 

Συνταχθέν από Τώνης Σολωμού