ΠΑΣΧΑ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ ΣΚΥΛΛΟΥΡΑΣ

Category: ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ
Published on Monday, 29 April 2013 06:25
Written by Administrator
Hits: 3314

 (ΗΘΗ ΕΘΙΜΑ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ)

Μέρος πρώτον.

Ένα με δυο περίπου μήνες περίμεναν με λαχτάρα το ‘’μεγάλο Πάσχα’’, (όπως το αποκαλούσαν οι Μαρινιώτες), με πολλές προετοιμασίες τόσο στο κάθε σπίτι όσο και στο χωριό γενικότερα. 

Το κοινοτικό συμβούλιο ήταν πράγματι επί ποδός εκείνες τες ημέρες και σε συνεργασία πάντοτε με τον τουρκόπουλο (αγροφύλακα) υπήρχε σωστός προγραμματισμός και συντονισμός, στον καθάρισμα «από γωνιάς»  αλλά και το παραδοσιακό άσπρισμα όλου του χωριού.   Προθυμοποιούταν ακόμα και πολλοί χωριανοί για να βοηθήσουν στο να λάμψει το χωριό όσο περισσότερο γινόταν, κατά τις άγιες εκείνες ημέρες όπου θα έφερναν χαρά και ευτυχία στο κάθε σπίτι αλλά και σ’όλο το χωριό, με την ανάσταση του Κυρίου.  Οι μικροί μαθητές αλλά και του γυμνασίου μετρούσαν τις ημέρες προ μηνών, διότι νοσταλγούσαν πραγματικά τις ημέρες του Πάσχα και περισσότερο το μάζεμα των μαργαριτών με την αναπαράσταση του Λαζάρου, τα κόκκινα αυγά, τις φλαούνες με τα κουλούρια αλλά σίγουρα και την παραδοσιακή ‘’λαμπρατζιά’’.  Κάποιοι άλλοι όμως ήταν ακόμα πιο χαρούμενοι διότι θα υποδυόταν τους μαθητές του Χριστού στον μυστικό δείπνο και περισσότερο όμως αυτός που θα υποδυόταν τον Πέτρο.  Κατά το πενηνταήμερο γινόταν κάθε παρασκευή στην εκκλησία ‘’οι στάσεις του Χρηστού’’ (ο δρόμος του Χριστού) κάτι που άρεσε σε μικρούς και μεγάλους, τόσο ο τρόπος που γινόταν όσο και οι όμορφοι ψαλμοί με τις γκυκιές τους μελωδίες, τραγουδημένοι πάνω σε όμορφους λαϊκούς δρόμους, κυρίως ‘’ράστ, νιαβέντι’’κ.α.   Όλα αυτά λοιπόν συνέθεταν μια μεγάλη εορτή η οποία θα τους έφερνε άλλη διάθεση, δύναμη αλλά και αγάπη μεταξύ τους, κάτι το οποίο τις εποχές εκείνες, πράγματι περίσσευε.  Οι πιο μεγάλοι και ειδικά οι νέοι κατέβαιναν στην Χώρα (Λευκωσία) για να ψωνίσουν τα ‘’πασκάτικα τους’’ ( πασχαλινά ρούχα και παπούτσια).  Οι σκάπουλλοι (οι ελεύθεροι) του χωριού παρήγγελαν το κοστούμι τους από ράφτη που ερχόταν στο χωριό.  Συνήθως στην Αγιά Μαρίνα ερχόταν ο Πούλλος από τον γειτονικό χωριό  Κοντεμένος με ποδήλατο μάρκας ‘’καρκαντά’’.   Στα μικρά παιδιά και μαθητές ψώνιζαν οι γονείς τους όπου έπαιρναν από αυτούς και τις παραγγελίες τους.  Για παραγγελία των παπουτσιών τους, τους ‘’έπιαναν άξαμο’’(τους έπιαναν μέτρα) με κομμάτι ξύλου που το μετρούσαν στο κάτω μέρος του ποδιού η στο εσωτερικό του παλιού παπουτσιού.

 

Το μάζεμα των ξύλων και των θρουμπιών για προσάψιμο (ανάβαν τα ξύλα πιο εύκολα αλλά και για να είναι  και πιο μυρωδάτα τα ζυμώματα, άναβαν πρώτα τα θρουμπιά) γινόταν μια με δυο εβδομάδες πριν.   Έτσι οι οικοκυρές κατά τες ημέρες εκείνες βρισκόταν σε δράση, κινητικότητα και σε πλήρη νοικοκυροσύνη.   Προμηθευόταν (όσες δεν είχαν) τα τυριά τους από τους βοσκούς, τα αυγά τους, το ζυμάρι με το αλεύρι και ότι άλλο ήταν αναγκαίο για ένα σωστό και πετυχημένο μαρινιώτικο φούρνισμα.  Στα πιο παλιά χρόνια της φτώχιας οι μαρινιώτες λόγω του πολύ πλούσιου κυνηγίου (πέρδικας) μάζευαν αυγά της πέρδικας (αν και απαγορευόταν) και τα έβαζαν στις φλαούνες και οι οποίες ήταν το κάτι άλλο.  *Αυτό ήταν και το ‘’μυστικό συστατικό’’ το οποίο κοκκίνιζε περισσότερο τις  παραδοσιακές φλαούνες αλλά και τις έκανε πιο νόστιμες και πιο γευσάτες.  Η μόνη δουλειά που είχαν να κάνουν οι νεαροί του χωριού ήταν να μαζέψουν ξύλα, η παλιά ελαστικά σε συγκεκριμένο τόπο (οι τόποι που άναβαν την λαμπρατζιά ήταν συνήθως στην γνωστή ‘’κούρβα’ στο γήπεδο και στην καφκάλλα πάνω από το χωριό) όπου προσπαθούσαν, η στίβη να ήταν όσο το δυνατόν ποιο μεγάλη.

Λόγω του υψώματος ειδικά στην ΄΄κούρβα΄΄ και στην ΄΄καφκάλλα΄΄, η λαμπρατζιά φαινόταν ακόμα και από την Λευκωσία και τα γύρω χωριά.

Η πρώτη ημέρα των εορτών ήταν το Σάββατο του Λαζάρου προ της Κυριακής της ελιάς, όπου μαθητές του δημοτικού σχολείου κατά την ημέρα εκείνη χαρούμενοι και ευδιάθετοι (αφού έκαναν παύση διακοπών και τα σχολεία τους) ξυπνούσαν νωρίς για να πάνε στους αγρούς για το μάζεμα των ΄΄λαζάρων΄΄ (μαργαρίτες τις οποίες χρησιμοποιούσαν για να κάνουν στεφάνι στον Λάζαρο αλλά και για στο βάψιμο των αυγών) για να στολίσουν τον Λάζαρο.  Μετά από το μάζεμα και χωρισμένοι σε δυο ομάδες έκαναν αναπαράσταση της ανάστασης του Λαζάρου, τραγουδώντας το όμορφο τραγούδι του Λαζάρου μέσα από ένα μαρινιώτικο ηχόχρωμα, σε όλα τα σπίτια του χωριού αρχίζοντας από το σπίτι του ιερέα όπου έπαιρναν και την ευλογιά του.  Η οικοκυρά σε κάθε σπίτι άπλωνε σεντόνι η κουβέρτα η ακόμα και πάπλωμα (εδώ πρέπει να πούμε ότι η περιποίηση στο Λάζαρο σε κάθε σπίτι εξαρτιόταν από την κάθε οικοδέσποινα και στο μεράκι της να δείξει την καλύτερη της φιλοξενία ) στο δάπεδο για να κοιμηθεί ο Λάζαρος.   Τελειώνοντας την κάθε αναπαράσταση σίγουρα υπήρχε και το ανάλογο αντίκρισμα το οποίο δυο μαθητές (ένας καλάθας και ένας ταμίας) έπαιρναν και το οβολό τους, που συνήθως ήταν κέρματα η γαλακτοκομικά είδη η αυγά η φλαούνες η κουλούρια.  Τον Λάζαρο συνήθως αλλά και την Μάρθα και Μαρία (κορίτσια τα οποία θρηνούσαν τον Λάζαρο οι οποίες στεκόταν η μια στα δεξιά του και άλλη στα αριστερά και σε στάση γονατίσματος ) τους υποδυόταν οι άριστοι μαθητές της έκτης τάξης δημοτικού. 

Στο τέλος  και αφού κάλυπταν όλο το χωριό οι μαθητές, σε κάποια γωνιά του δρόμου καθόταν να ξεκουραστούν αλλά και να μοιραστούν τον ευλογημένο εκείνο οβολό από τους κόπους τους.

 

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ

(Μαρινιώτικη παραλλαγή)

Άρχοντες καλημέρα σας καλή γιορτή επάνω σας

ήρταν τα βάια ήρτασην τζιέ του Λαζάρου έγερση

τ’άγια πάθη του Χριστού αξίως προσκυνήσατε.

 

Ο Λάζαρος ο δίμητος ο κοτσινοπεθύμητος

ακούσαντον οι όρνιθες τζιέ κάτσαν να γεννήσουν

αυκά νακοτσινήσουν το Πάσχα να τσουγκρίσουν

 

Περί καλώ σας άρχοντες να ξηγηθώ στον Λάζαρο

τον πρώτο που ευρέθηκε και ύστερα τί έγινε

 

Αρχή αρχόντες το λοιπόν και όλοι αφουκράστε μου

Χριστός περί επάτησε εις τ’άγια Ιεροσόλυμα

 

Τζιε θαύματα εποίησε μεγάλα και παράδοξα

ως υιός του Θεού, του Θεού αληθινός

άκουσε για τον Λάζαρο

 

Τότε εμ’πω φώναξε μια φωνή μεγάλη

ανάστα φίλε Λάζαρε τζι’ακούστην εις τον Άδη

 

Τότε ξήλθε ο Λάζαρος εξωλαζαρομένος

κιτρίνος μαύρος τζιέ χλωμός

τζιέ κίτρινο-βαμμένος τζι’ αμέσως τον ερώτησαν

 

Πές μας Λάζαρε τι είδες εις τον Άδη εκεί που πήγες;

Είδα φόβους είδα τρόμους είδα βάσανα τζιέ πόνους

Της ζωής μου τ’όχει λέω μην με ρωτάτε πλέον

δώστε μου λίγο νεράκι να ξεπλύνω το φαρμάκι.

 

Η δεύτερη ημέρα κατά τις εορτές του Πάσχα ήταν η Κυριακή των βαΐων ‘’Κυριακή της ελιάς’’.  Μια πολύ μεγάλη εορτή της χριστιανοσύνης και μια εβδομάδα προ της Αναστάσεως του Κυρίου, όπου όλοι οι χωριανοί έπαιρναν στην εκκλησία δέσμη ελιάς και ο ιερέας του χωριού την ευλογούσε.  Την μεγάλη αυτή εορτή της Χριστιανοσύνης η εκκλησία ήταν πάντοτε κατάμεστη καθώς και η πλατεία του χωριού και τα σοκάκια είχαν την δική τους τιμητική.  Μετά το πέρας της λειτουργίας η πρώτη δουλειά που έπρεπε να κάνουν οι οικοκυρές ήταν να  καπνίσουν το σπιτικό τους, την αυλή με τα ζώα και ειδικά τον στάβλο με τις αγελάδες (όσοι είχαν) για να είναι όπως έλεγαν ευλογημένα και να μην πάθουν καμιά σοβαρή αρρώστια, διότι την τότε εποχή τα μέσα για το όργωμα των χωραφιών (και όχι μόνο) ήταν οι αγελάδες.  Αμέσως μετά άρχιζε η Μαρινιώτικη διασκέδαση και το γλέντι έτσι ακριβώς όπως το γνωρίζουμε όλοι εμείς οι Μαρινιώτες και ειδικά οι πιο παλαιοί.

ΕΡΕΥΝΑ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ

ΤΩΝΗΣ ΣΟΛΩΜΟΥ