ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ ΣΚΥΛΛΟΥΡΑΣ - ΙΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ – ΙΘΗ - ΕΘΙΜΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΟΥ ΧΩΡΙΟΥ - ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΤΩΝΗΣ ΣΟΛΩΜΟΥ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

 Από τις μεγαλύτερες εορτές που εόρταζαν και εορτάζουν οι Μαρινιώτες είναι τα όμορφα Χριστούγεννα, ή ‘μιτσίν Πάσχα’ όπως συνηθιζόταν να λέγεται που ίσως να είναι και το μεγαλύτερο γεγονός γι’αυτούς στον κόσμο όπως και για τον κάθε Χριστιανό.  Ενα με δύο μήνες πρίν στα παλαιά χρόνια οι χωριανοί περίμεναν   με πολλήν λαχτάρα το μεγάλο αυτό γεγονός που σίγουρα με το πέρασμα του «γέμιζε και τις μπαταρίες» του καθ’ενός ακόμα και των μικρών παιδιών.  Δεκαπέντε με είκοσι μέρες πριν τα Χριστούγεννα άρχιζαν στο χωριό να βάφουν και να ασπρίζουν τα σπίτια, τους δρόμους, την πλατεία, και τα καφενεία.  Συνήθως η προτοβουλία και το πέρας του ασβεστόματος όπως το έλεγαν ήταν απο την κοινοτικήν αρχή αλλά και με συμμετοχή  του αγροφύλακα του χωριού.  Πρίν το 1974 θυμούμαι τον Αντώνη τον Μαλτέζο (Πισσιάρα) ο οποίος καταγόταν απο το Μαρωνίτικο χωριό Ασώματος Κερύνειας (οκτώ χιλιόμετρα απο την Αγία Μαρίνα)  ο οποίος ήταν παντρεμένος με την Χαννούτα Μ. Αγαπίου όπου εκτελούσε τότε καθήκοντα Αγροφύλακα.  Τον θυμούμαι λοιπόν εκείνες τις μέρες μαζί με δύο τρείς γυναίκες άρχιζαν από την μία άκρη του χωριού και ασβέστοναν το όμορφο και αξέχαστο χωριό της Αγίας Μαρίνας μ’όλο δύναμη, κέφι και με πολύ αγάπη.  Σε λίγες μέρες έβλεπες την Αγία Μαρίνα να λάμπει απο καθαριότητα, ομορφιά αλλά και όλους τους χωριανούς να έχουν ήδη αλλαγμένη την διάθεση τους και όλο το χωριό να σφίζει από μια διαφορετική κινητικότητα και ζωή.  Όμως οι χωριανοί άρχιζαν να «μυρίζουν και να αισθάνονται Χριστούγεννα» με το κλείσιμο του δημοτικού σχολείου και με την χριστουγενιάτικη εορτή που πραγματοποιόταν δυο εβδομάδες πριν τα χριστούγεννα.  Ήταν ακόμη ένα χαρμόσυνο μπορούμε να πούμε γεγονός, το κλείσιμο του σχολείου και η εορτή τους μικρούς μαθητές διότι το χερόντουσαν και οι ίδιοι πάρα πολύ καθ’ότι λάμβαναν μέρος στα χριστουγενιάτικα τραγούδια, στα δράματα στα σκετσάκια ακόμα και στην χριστουγενιάτικη κλήρωσης όπου εκεί μικροί και μεγάλοι περίμεναν να δούν την τύχη τους και όσοι κέρδιζαν κάποιο δώρο η χαρά ήταν μεγάλη εκείνα τα χρόνια που τα δώρα σπάνιζαν.  Το δημοτικό σχολείο την ημέρα που γιόρταζε έσφυζε από κόσμο, παρακολουθόντας με πολύ προσοχή και προσήλωση  τα όμορφα δραματάκια με την γέννηση του Χριστού, τον Ιωσήφ με την Μάρια, τους μάγους με το χρυσό, το λιβάνι και τη σμύρνα, τους βοσκούς με τις μαγκούρες τους και τα αρνάκια τους αλλά και το ωραίο στόλισμα της αίθουσας με το όμορφο αληθινό δέντρο στην γωνία της τάξης και την παραδοσιακή φάτνη που έφτιαχναν οι μαθητές με πολύ μεράκι και αγάπη για τον Χριστό.  Αυτά όλα λοιπόν σε έφερναν κοντά στο κλίμα των ημερών «ήθελες δεν ήθελες».  Θυμάμαι προσωπικά το 1969 τον μικρότερο μου αδερφό Τζόζεφ στην πρώτη τάξη του δημοτικού που απήγγειλε το ποιό κάτω « χαριτωμένο» ποιηματάκι και που το θυμάμαι ακόμα με εκείνες τις όμορφες γλυκιές και νοσταλγικές αναμνήσεις:

 

 

Ο ΤΤΕΝΕΚΚΕΣ

Σ’έναν κήπο μιά φορά

από λούλουδα σπαρμένο

επετάξαν μιά φορά

έναν ττενεκκέν σπασμένο

 

Μαραθήκαν οι μοσχιές

ξεραθήκαν και οι κρίνοι

μα ο παλιός μας ττενεκκές

πάντα ττενεκκές θα μείνει

 

Μόλις τελείωσε την απαγγελία του ο Τζόζεφ ή Τζόνσον όπως τον αποκαλούσαν αλλιώς μια δυνατή φωνή ακούστηκε μέσα στα  πολλά χειροκροτήματα να λέει μεγαλοφώνως: ‘ γιάσου βρε Τζόνσον πάλε’.  Αυτός ήταν ο πολυαγάπητος ξάδερφος Τζόζεφ Ηλία Πεκρή που ακόμα και μέχρι σήμερα ξεχωρίζει στην ευθύτητα και ειλικρίνεια του που δυστυχώς μέσα από το πέρασμα του χρόνου αυτά τα προτερήματα πάνε για αφανισμό στους ποιο πολλούς  χωριανούς  Αυτή ήταν μια έκφραση που την συναντούσες στην Αγία Μαρίνα σε στιγμές ενθουσιασμού και θαυμασμού από τους χωριανούς μέσα από την τότε αθωότητα τους και αγάπη που είχαν μεταξύ τους.  Μετά από την εορτή του δημοτικού σχολείου λοιπόν , και μέσα στις επόμενες ημέρες οι νέοι και οι νέες του χωριού αλλά και οι ποιό μεγάλοι σε ηλικία κυκλοφορούσαν στα ωραία μαγαζιά της Λύδρας και Ονασαγόρου να πάρουν τα εορταστικά τους ρούχα και παπούτσια, αλλά και κάποιοι άλλοι να πάρουν δώρα στους μικρούς (αν και δεν γινόταν πολύ αυτό το έθιμο στα παλαιά χρόνια, λόγω φτώχιας) που συνήθως τους αγόραζαν παπούτσια η ρούχα.  Λόγω δύσκολης διακίνησης των παιδιών με τα αυτοκίνητα στις πόλεις,  οι γονείς τους έπιαναν ‘αξαμο’(τους έπιαναν μέτρα) με ένα κομμάτι ξύλο το οποίο το τοποθετούσαν μέσα στο παλιό τους παπούτσι, όπου εκείνο ήταν και το σωστό μέτρημα το οποίο έπαιρναν μαζί τους στην Λευκωσία όπου και τους αγόραζαν τα παπούτσια.  Οι νέοι του χωριού περίπου έναν μήνα πριν τα Χριστούγεννα παράγγειλαν τις ‘φορεσιές’ τους, είτε από ράφτες γειτονικών χωριών (Κοντεμένος, Μύρτου) είτε από την Λευκωσία.  Πριν το 1974 ερχόταν στην Αγία Μαρινα ο γνωστός ραφτης ‘Πούλλος’απο τον Κοντεμένο Κερύνειας και ο γνωστός παπουτσής Μιχαήλης από το Διόριος Κερύνειας (οκτώ και δώδεκα χιλιόμετρα αντίστοιχος από την Αγία Μαρίνα) όπου για χρονιά εξυπηρετούσαν το χωριό.  Να πούμε ότι ο Πούλλος ο ράφτης ερχόταν με το ποδήλατο του, μάρκας ‘Καρκαντάς’ ενώ  ο παπουτσής με αυτοκίνητο ‘Μόρρις Μάίνορ εσταίητ’ άσπρου χρώματος.  Επ’ευκαιρίας να πούμε οτι πλανόδιοι (τέσσερα χιλιόμετρα απόσταση) όπου προμήθευε για πολλά χρόνια το χωριό ακόμα και με ψωμιά με αυτοκίνητο πράσινο λαδί μάρκας ‘Κόνσολ εσταίητ’ και ο ‘Πάουρος’ από τον Κοντεμένο με εσταίτ αυτοκίνητο του ιδίου χρώματος μάρκας ‘βόξολ’.  Οι φθαρτέμπορες  ήταν ο γνωστός ‘Μαμής’ από το γειτονικό χωριό της Σκυλλούρας κοπέλες όλες πήγαιναν όπως είπαμε Λευκωσία να αγοράσουν τα δικά τους γιορτινά και στόχος τους να αποκτήσουν κάτι το ξεχωριστό για να εντυπωσιάσει και να ενθουσιάσει τους νέους.  Οι ποιό ώριμοι άντρες κατέβαιναν στην γειτονική Σκυλλούρα για να φρεσκαριστούν όπως έλεγαν στο γνωστό  κουρείο «του Φουλή» δηλ να κουρευτούν και να νοιώσουν  «το γιορτινό κλίμα των ημερών» ποιο έντονα.  Μια εβδομάδα πρίν τις εορτές μικροί και μεγάλοι κάθε οικογένειας στόλιζαν το παραδοσιακό δέντρο το οποίο ήταν πάντοτε αληθινό είτε από πεύκο είτε από κυπαρίσσι.  Στολίζοντας το τραγουδούσαν και το παραδοσιακό τραγούδι του χριστουγεννιάτικου δέντρου ‘Σαν την νύφη στολισμένο φουντωτό καμαρωτό να το δέντρο στολισμένο στο σαλόνι ανοιχτό’.  Συνήθως το δέντρο το στόλιζαν με μπαλόνια, γυαλιστερά λουριά, μικρούς φοσκομένους Αι Βασίλιδες, μικρές χριστουγεννιάτικες μπαλίτσες και άσπρο μαλλί σαν βαμβάκι.  Οι Μαρινιώτισσες γυναίκες λίγες μέρες πριν το μεγάλο γεγονός προμηθευόταν το αλεύρι και το προζύμι ενώ οι άντρες έφερναν τα καυσόξυλα και το προς-άναμμα του φούρνου που ήταν πάντοτε το γνωστό ‘θρούμπι’(θυμάρι) το οποίο  ευδοκιμούσε η περιοχή της Αγίας Μαρίνας και όλοι οι φούρνοι του χωριού κάπνιζαν και μοσχοβολούσε το χωριό από θυμαρίσιων καπνό.  Τα κουλούρια και τα ψωμιά ετοιμαζόταν στον ηλιακό (είσοδος στεγασμένη του σπιτιού) από άλλες γυναίκες της ιδίας οικογένειας όπου τα τοποθετούσαν στα παραδοσιακά σανίδια και τα κουβαλούσαν  βάζοντας- τα στους ώμους τους, όπου τα πήγαιναν  στον φούρνο που ήταν στην αυλή και συνήθως σε κάποια γωνιά της αυλής.   Σε μία με δύο ώρες μοσχοβολούσε όλο το χωριό από το ζεστά κουλούρια και τα όμορφα μεγάλα ψωμιά.  Κάποιες γυναίκες που δεν είχαν δικό τους φούρνο φούρνιζαν στις γειτόνισσες τους και οταν ξυφούρνιζαν και τα κουβαλούσαν στους ώμους με τα σανίδια, όποιον εύρισκαν στο μονοπάτι τους η στον δρόμο του έλεγαν την εξής ανθρώπινη φράση: ‘Κόψε βραστό’.  Μπορούσε  μέχρι που να πάνε σπίτι τους να το πουν σε πέντε και έξι  διαφορετικούς χωριανούς αλλά αυτό τους ευχαριστούσε πάρα πολύ και ειδικά καθώς  έτρωγαν το ‘βραστό’ οι περαστικοί να έλεγαν στην μαστόρισσα ότι τα ‘επέτυχε πολύ’ και μπράβο της.  Επίσης οι οικοκυρές όλες έπρεπε να ετοιμάσουν τα παραδοσιακά τους μελομακάρονα και να τα έχουν στο τραπέζι για κέρασμα μέχρι και την πρωτοχρονιά, όπου εκεί τα αντικαθιστούσε η περιβόητη ‘βασιλόπιττα’ με το φλουρί της.  Την προηγούμενη των Χριστουγέννων το χωριό έσφυζε από ζωή, ζωντάνια και η  πλατεία του χωριού περνούσε μια διαφορετική ατμόσφαιρα και κινητικότητα.  Τα παιδιά του χωριού χωρισμένα σε μικρές ομάδες (τέσσερα έως πέντε άτομα) γύριζαν το βράδυ όλο το χωριό και τραγουδούσαν τα παραδοσιακά κάλαντα, όπου οι χωριανοί τους έριχναν στο μικρό δοχείο τους που συνήθως ήταν άδειο κουτί γάλακτος (κουτί είτε από γάλα σίσσι ή από γάλα βλάχας) τον οβολό τους που πότε ήταν ένα ‘γρόσι’ πότε κανέναν ‘μισούι’ και κάποτε μπορούσε να ήταν και κανάν ‘σελίνι’.  Οι ομάδες των παιδιών συναγωνιζόταν ποιος θα πάρει περισσότερα λεφτά.  Όταν τελείωναν καθόταν με αγωνιά σε καμιά γωνιά του δρόμου και με τα κλεφτοφάναρα τους (είδος φαναριού με μπαταρίες) η τα φανάρκα τους (φανάρι με πετρέλαιο και φιτίλι) και μετρούσαν τα τυχερά τους.

Καλήν εσπέραν άρχοντες

κι’αν είναι ορισμός σας

Χριστού την θεία γέννηση

να πω στ’αρχοντικό σας

 

Χριστός γενειέται σήμερα

εν Βηθλεέμ την  πόλη

κι’ουρανοί αγάλονται

χαίρει  η φύσις όλη

 

Εν το σπηλαίο τίκτεται

εν φάτνη των αλόγων

κι’ ο βασιλεύς των ουρανών

και ποιητής των όλων

 

Εκ’της Περσίας έρχονται

τρεις μάγοι με τα δώρα

άστρο λαμπρό τους οδηγεί

χωρίς να λείψει  ώρα

 

Σ’αυτό το σπίτι το ψηλό

πέτρα να μην ραγίσει

κι’ο νοικοκύρης του σπιτιού

χίλια χρονιά να ζήση

 

 Όλα τα καφενεία του χωριού του Σολωμού και της Ελένης Αγαπίου,του Ιωάννη και Κκούλλας Παύλου Τσιακκαριά, της Βασιλούς ΧατζηΙωσήφ, του Γιώρκου Ταννούση Σσιακκίρη, του Ιωσήφ Σολωμού Κιολάρη, του Μαρίνου και της Τταλλούς, της Πάγιας και του Πρασσίμη καθώς και τα μπακκάλικα του Ττοφή και Ττοφίνας, του Ιωσήφ Μάρα Γιούφταη και της Σουσάννας καθώς και το συνεργατικό που απέχτησε μεταγενέστερα η Αγία Μαρίνα και στεγαζόταν στο πρώην καφενείο του Ιωσήφ Σολωμού Κκιολάρη είχαν και αυτά με την σειρά τους μια πρωτόγνωρη κίνηση που την γνώριζαν τρεις με τέσσερεις φορές τον χρόνο σε ένα τόσο έντονο βαθμό.  Πρέπει να πούμε ότι την εβδομάδα των Χριστουγέννων κάθε βράδυ γινόταν εσπερινός και σπάνια έλειπε χωριανός εκτός από κάποιους κτηνοτρόφους που γεννούσαν τα ζώα τους και ήταν δικαιολογημένη η απουσία τους.

                                                    ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

Όλοι οι χωριανοί μικροί και μεγάλοι ‘’πάννιζαν τα πασκάτικα τους’’ (έβαζαν τα καινούργια ρούχα τους και τα παπούτσια τους).  Οι νέοι πάννιζαν τα κοστούμια τους, τις γραβάτες τους και τα πρόσωπα τους άστραφταν από χαρά και ευτυχία  Εν συνεχεία η εκκλησία και τα αυτιά των πιστών πλουμιζόταν από τους γλυκούς χριστουγεννιάτικους αραμαίκούς ήχους και όχι μόνο.  Όλοι οι πιστοί λάμβαναν μέρος στους ψαλμούς μαζί με τους ψαλτάδες, όπως τους Ιωσήφ Σολωμού Κκιολάρη ο οποίος συνήθιζε να παίζει και τα ‘τάσσια’ (είδος κρουστού μουσικού οργάνου), Ηλία Αντρίκου, Ιωάννη Παύλου Τσιακκαριά, Ιωσήφ Γιούφταη Μάρα, Αντρίκκο Ηλία, Μανώλη ΧατζηΙωσήφ, Αντρέα Μουτήρη, Μιχάλη Πεκρή, Αντώνη Μαρίνο, Βραχίμη Χατζηχάννα, Αντρέα Παρτέλα κ.α.  Ο αείμνηστος πάτερ Αντρέας Φράγκου, πάντοτε υπερήφανος για τους πιστούς του, για τους ψαλτάδες του αλλά και για το χωριό του το οποίο κατάφερνε με τον ξεχωριστό και προσιτό του τρόπο, να το κρατά πάντα ενωμένο και αγαπημένο.  Ένας από τους ποιο όμορφους και μελωδικότερους ψαλμούς των Χριστουγέννων τραγουδημένος πάνω σ’ένα από τους γλυκύτερους και ομορφότερους μουσικούς δρόμους όπως τον ‘Ράστ’, ακουγόταν κατά τα εσπερινά των Χριστουγέννων διανθίζοντας το εσωτερικό της εκκλησίας και τ’αυτιά των πιστών, όπου ένοιωθες μια αγαλλίαση και ένα αίσθημα, λες και ήσουν στα επουράνια με τους αγγέλους.

 

ΑΡΣΑΛΛΑ ΑΛΑΧ

 

Αρσάλαλλα ύπναχου ελ-ουαχήτ  νούραν λήλ ουαμάμ

Ουχταζιάπα φη χασιά  Μαριάμ αλπετούλ  ουα μήνχα ταζιάσσαμ

Ασρακα ναζμουχόν φη χατούτ φαρές  καμα αλαάπαλ-α-άμ

Ουα ανάρα ελμαζούς  φαχαμαλού ηλαηχή  χαταγιάλ ηκράμ

‘Ρεφρεν’

Χάλλελ, χάλλελ, χάλλελ-λούνο.

Αζιπάν αουήγιαν τα-αχου εσα-αγιά  ουα άνχου ταραννάμ

Πηανναχού γιάχμελ άλα μανκηπαηχή  σουλτάναχουλ αμ

Κατ κανα κάληματ παλ ραατ ασουάτ ουα σήπλα λαηθη α-αζζάμ

Φα-ατχά  σάκηταν ουα χαμαλαν ουατηά  φή πατνη Μαριάμ.

Ουαλαζαχά γανίγιαν μάζιταν μαχίπαν ατήραν ταγγιάν

Ουατ-ταλάτα μήνχα φαηράν χαηραν μουτ-τάηταν μουχάν

Ταρχουπού ουρμπαχου μαλαηκατ ουσσαμα ουαήντανα ησταπάν

ουτηάν χαλήμαν σαχλαλ ηλτηά λήπαννηλ ίνσαν.

Τησσα-ατέσχορεν χαμαλάτ Μαριάμ πηχάμηληλ ακ-ουαν

Ουαλαμ ταχήσσα μηνχου πηθηκλέν λιάνναχου ηλαχον ουα ηνσάν

Ζαταχα τούχραν ουα μακαθατ πετουλάν τουτχισουλ αδχαν απλάτ

Μηλατ ουαφήχη ουα πα-αταχού ουα μά ταμαζ ζαμαν.

Φη χαληλ χουλούλ τάσα-ουαρα καμηλάν ουα ζήσμουχου μα παραχ

Μούτταχηταν πην-ναφς ουα πη ντουχνή λφαράχ μασηχαν ήνμασαχ

Πήλχουλουλη ουαλχουρούζ ουα σουκνά πη ούμμησχη αζιπαν ιντατάχ

Φάλ-ταπ-ου ηπταατ ουαπαν φέ-ελερουχ καμάαφραμ αουταχ.

Νουμάζητάκ για μαν ζαχαρα πη ούμμηχη ηνσάν ναν γιατουμ

Πητ-τηχάτη ταπααην ουα μασηαταήν φη ουήχτατηλ ακνουμ

Λακ ουαλη ουάλητακ ουα λη ρουχ ελ κοττούς σούκρον μάχτουμ

Θάλαθατ ακανήμ ηλαχον ουαχέτ λαησα πη μαξούμ.

 

Τελειώνοντας από την λειτουργία με γεύση και αίσθηση την γέννηση του Χριστού, όλοι οι χωριανοί στο προαύλιο της εκκλησίας, αντάλλασαν χριστουγεννιάτικες ευχές και έλεγαν ‘καλά Χριστούγεννα’ η ‘καλά γενέθλια’ και ασπαζόταν ο ένας τον άλλον και οι μικρότεροι φιλούσαν τα χέρια τους μεγαλύτερους και ειδικά τους γέροντες.  Ακόμα έλεγαν και σχολίαζαν ο ένας για τον άλλο για τα ρούχα και ότι άλλο ήταν καινούργιο στα όμορφα κορμιά τους.   Εν συνεχεία σ’ όλα τα καφενεία του χωριού γινόταν το αδιαχώρητο, πίνοντας τον καφέ τους, το τσάι τους, την σουμάδα τους και κάποιοι άλλοι το κρασάκι τους και το κονιάκ τους με μεζέ αγκινάρα φρέσκια, κουκιά φρέσκια και όλα αυτά παραγωγές του χωριού είτε από τους κήπους τους είτε  από τα   χωράφια τους.  Κάποιοι άλλοι καθόταν ‘στο χαρτί των ημερών’, στο 31, στον ρήγα, στον ποκιριζέ ή στο λεγόμενο ‘κουμάρι των ημερών’ που αυτό άρχιζε συνήθως μια με δυο εβδομάδες πριν το χαρμόσυνο γεγονός του Θεανθρώπου.  Μετά από την ‘μικρή  στάση’ στα παραδοσιακά και «αθάνατα» καφενεία, ο κόσμος κατέληγε στα σπίτια του όπου οι οικοκυρές ετοίμαζαν την παραδοσιακή ‘σούπα με την γαλοπούλα.  (Πρέπει να πούμε ότι τα Χριστούγεννα και το Πάσχα τηρούσαν πιστά και αυστηρά όλοι οι χωριανοί την ‘νηστεία’).  Οι νηστείες των Χριστουγέννων άρχιζαν στις δεκατρείς του Δεκεμβρίου δηλ. μετά τις σίκοσες (αποκριές), μέχρι και τα Χριστούγεννα. Κάθε μεσημέρι έπρεπε ένας μαθητής του δημοτικού που ήταν προγραμματισμένο από τον διευθυντή, να παίζει την καμπάνα ούτως ώστε οι χωριανοί που βρισκόταν στα χωράφια και όχι μονό, να κάτσουν να μεσομερκάσουν (μεσημεριανό φαγητό) διότι νήστευαν μέχρι το μεσημέρι καθημερινός και δεν επιτρέπετο να τρώνε τίποτε εκτός από το να πίνουν νερό.

Στην Αγία Μαρίνα συνήθιζαν να μαζεύονται την παραμονή όλοι οι συγγενείς σέ συγγενικά τους σπίτια, ή όλα αδέρφια στο σπίτι των γονέων τους (δηλ στο πατρικό τους) και να το διασκεδάζουν αλλά παράλληλα  να παίζουν το παραδοσιακό 31 ή τον  ρήγα, (όχι όμως με λεφτά αλλά με αθάσσια ή με κουφέττες –καραμέλες) μέχρι τα μεσάνυχτα που θα πήγαιναν εκκλησία  Την επόμενη μέρα 7+45πμ χτυπούσε η καμπάνα χαρμόσυνα για να ξυπνήσουν οι χωριανοί και να ετοιμαστούν για την θεία λειτουργία.  Μετά από πέντε λεπτά πάλι χτυπούσε  και το ίδιο γινόταν και στα επόμενα πέντε λεπτά.  Στις 8.00πμ ακριβώς η καμπάνα χτυπούσε ‘μονά’(όπως χτυπά όταν έχει κηδεία) τρείς φορές, που αυτό έδειχνε ότι η λειτουργία θα άρχιζε σε πολύ λίγο.  Αυτός ο τρόπος και το κάλεσμα της καμπάνας προς τους χωριανούς ήταν καθιερωμένο από τα παλαιά χρονιά.  Αρκετοί ήταν που ήξεραν να παίζουν σωστά την καμπάνα, κάποιοι όμως ξεχώριζαν με το γλυκό τους παίξιμο , γιατί η καμπάνα είναι και αυτή ένα όργανο κρουστό ‘ιδιόηχο’ που θέλει την δική της τεχνική για να ακουστεί σωστά και γλυκά στο αυτί του άλλου.  Μερικοί «γλυκοκαμπανάδες» ήταν:  Ο Πουρουτζήχαλιλης (πρόπαππους μου, ο οποίος ήταν τόσο χειροδύναμος που έκοβε συχνά το σχοινί της καμπάνας στο κάτω μοναστήρι του Προφήτη Ηλία), Πάτερ Ιγνάτιος ( ο οποίος έπαιζε την καμπάνα με το ένα του χέρι), ο πατέρας μου Σολωμός Αγαπίου ( ο οποίος είχε καλή τεχνική, λόγω της προπόνησης που έκανε συχνά στο κάτω μοναστήρι αφού ο πατέρας του Μιχάλης Αγαπίου και η μητέρα του Ελένη Κκαιλού διετέλεσαν  συνεταίροι στην περιουσία του μοναστηριού για τριανταπέντε ολόκληρα χρόνια), Ιωσήφ Π. Γιούφταης Μάρας, ο Μιχάλης Αγαπίου (γενιή Μιχαήλης), Πέτρος ΧατζηΙωσήφ Πετρουτσιός ( ο οποίος ήταν τόσο χειροδύναμος που δεν άντεξε η καμπάνα της παλιάς εκκλησίας και έπεσε στο έδαφος χωρίς ευτυχώς θύματα). Από τους νεότερους ο Αντρίκος Α.Τζιουβάννη, Αβραάμ Μαλτέζου (Πράσσιμος), Αλέξανδρος Σκέντερ, Μιχαήλης Σσιάηλος, Ιωσήφ Α.Τζιουβάννη (Πουλλιτζής), Μιχαήλης Ι. Παύλου (Γιαηλάς) κ.α.  Κατά την διάρκεια της λειτουργίας επικρατούσε απόλυτη σιγή και όλα τα παιδιά ήταν πάντοτε στις μπροστινές θέσεις για να ελέγχονται και να είναι σε τάξη. Με τους χριστουγεννιάτικους ψαλμούς αντηχούσε όλη η εκκλησιά και σε κάποια στιγμη άρχιζε το ευαγγέλιο κρατώντας το ο γιορτάρης (με ένα παραδοσιακό και όμορφο τρόπο) με τα δύο του χέρια ακουμπημένο στο μέτωπο του και σε όρθια στάση ο ίδιος πριν από το σκαλοπάτι του  ιερού, διαβάζοντας το ο ιερέας στην Συριακή Αραβική (έτσι όπως το έλεγαν πριν πολλούς αιώνες) αλλά και στην Ελληνική γλώσσα για να αντιλαμβάνονται και οι πιστοί το νόημα της λειτουργίας εφόσον δεν γνώριζαν την αραβική γλώσσα.  Εν συνεχεία ο ιερέας έκανε την ‘πρέτικα’ του (ομιλία) προς το ποίμνιο του ευχόμενος σε όλους καλά Χριστούγεννα και η γέννηση του Κυρίου να μπει στις καρδιές όλων και να είναι όλοι αγαπημένοι και ενωμένοι μεταξύ τους.  Κατόπιν τούτου μεταλάβαιναν όλοι με πιστή και αγνότητα την ‘νόστια’, λέγοντας στον καθένα ο ιερέας, ότι αυτό είναι το σώμα και το αίμα του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού και δίδεται σε σένα δια συχώρεση των αμαρτιών σου αμήν.  Το τέλος της λειτουργίας έφερνε πάντοτε, ο γνωστός μας ψαλμός ‘Ανέβης Μαρία εις τον ουρανό..’ όπου εδώ μικροί και μεγάλοι τον τραγουδούσα σαν μια μεγάλη ανοιχτή χορωδία.

Ανέβης Μαρία εις τον ουρανό

εκεί μακαρία ζείς με τον υιό..

Χαίρε Χαίρε Χαίρε Μαρία

Χαίρε Χαίρε Χαίρε Μαρία.

 

Μόλις άρχιζε ο ψαλμός αυτός, ταυτόχρονα άρχιζαν και οι καμπάνες να χτυπούνε χαρμόσυνα και ασταμάτητα αφού τις μεγάλες εορτές μαζευόταν όλοι οι άντρες οι  ελεύθεροι και παντρεμένοι και συναγωνιζόταν ποιος θα παίξει καλυτέρα και με περισσότερη αντοχή την καμπάνα.  Στο προαύλιο έλεγαν όλοι μεταξύ τους καλά Χριστούγεννα και φιλούσαν ο ένας τον άλλο με πολύ αγάπη, σεβασμό, εκτίμηση αλλά και με περισσή αθωότητα.   Οι γυναίκες παρακολουθούσαν τους άντρες και ‘αγωνιούσαν για τον καλό τους’ αλλά ταυτόχρονα άκουγε κανείς, γέλια και κάποιες κουβέντες «υποτιμητικές» δηλ. εσύ δεν είσαι καλός και αυτός είναι καλύτερος  ή εσύ σταματά και δεν σου περνά, ή άλλαξε δουλειά  ή είσαι νηστικός κ.λ.π.  Στο προαύλιο της εκκλησίας βρισκόταν και το παραδοσιακό παγωτό του γνωστού πλανοδιοπαγωτάρη ‘Πήλιου’ από το χωριό Κοντεμένος, μ’ενα τρίτροχο μηχάνημα (τρίκυκλο) στο οποίο μέσα μετέφερε τρία ειδικά κυκλικά  δοχεία, που γύρω από αυτά έβαζε παγάκια τα οποία κρατούσαν παγωμένο το παγωτό για όλη την ημέρα.  Σε κάθε δοχείο έβαζε ένα είδος παγωτό δηλ. με λίγα λόγια πουλούσε κρέμα, βανίλια και τριαντάφυλλο.  Κάθε λίγο και λιγάκι φώναζε ο ‘Πήλιος’ και έλεγε: ‘κρέμα βανίλια παγωτόοοοο!!!’.  Σιγά-σιγά οι χωριανοί αποχωρούσαν από το προαύλιο και κατέληγαν άλλοι στα καφενεία, άλλοι στα σπίτια και άλλοι στην πλατεία του χωριού.  Γύρω στο μεσημέρι πήγαιναν όλοι στα σπίτια τους οπού τους περίμενε το παραδοσιακό χριστουγεννιάτικο τραπέζι και στη μέση του τραπεζιού έβλεπες την χριστουγεννιάτικη γαλοπούλα ζεστή και έτοιμη για να την γευτεί το κάθε στόμα, αλλά και πολλά αλλά φαγητά τα οποία δεν τα χαιρόσουν στο τραπέζι τόσο συχνά, όπως κουπέπια, κολοκάσι με τον χοίρο, μακαρόνια, ψητό κ.α.  Άρχιζε λοιπόν το Μαρινιώτικο επιτραπέζιο γλέντι και φαγοπότι, με Μαρινιωτού, κουντουρού,  μονή της τζοιμάται (Αρβανίτες), τσιαττιστά, την Ειρήνου, τον Κωσταντά και όλα τα Μαρινιώτικα και γνωστά κέφια με χορούς και διασκεδάσεις.

Μετά από το «μεγάλο και βαρύ» χριστουγεννιάτικο τραπέζι, το συναπάντημα γινόταν στην πλατεία του χωριού, όπου εκεί γινόταν το αδιαχώρητο με μικρούς, μεγάλους αλλά και τους παππούδες και τις γιαγιάδες να καμαρώνουν τις νεότερες γενιές και να τις .  Στην πλατεία της Αγίας Μαρίνας έβλεπες τους μικρούς ναι παίζουν τα παραδοσιακά τους παιχνίδια όπως το λουκκούι με τα αθάσσια, ππιριλιά, τραπό, καμήλα, σκαπούλια, χωστό, λιγκρί, κύκλο κ.α.  Εβλεπες τους νέους και τις νέες στα δικά τους παραδοσιακά παιχνίδια, όπως ένα λεπτό κρεμμύδι νέον- νέον φράντζι καβαλιέρο, βύζινο (ζύζιρο), τριάππικια, βόλεϊ (με μπάλα κάνοντας σχήμα κύκλου), σχοινί, μαντήλι και σίγουρα τις ‘σούσες’ όπου οι νέοι εδώ έδειχναν τον απόλυτο σεβασμό προς τις νέες αφού ‘’τις κουνούσαν με τις ώρες’’ και μάλιστα τους τραγουδούσαν συνεχώς.   Στα δυο δημοφιλή σπίτια που συνήθως οι νέοι και νέες κατέληγαν για να παίξουν με τις σούσες στην δεκαετία του1950, ήταν στου Ιωσήφ Χατζηχάννα (Σίσας) και στο πατρικό σπίτι του Αντώνη  Φράγγου (χορευτή).  Αυτά τα δυο σπίτια είχαν μεγάλες καμάρες όπου κρέμαζαν τις σούσες και στις μεγάλες εορτές το διασκέδαζαν οι νέοι.  Ποιο πέρα έβλεπες μεγαλύτερους άντρες να διαγωνίζονται στα τσιαττιστά και κάποιους άλλους να κάθονται έξω από τα καφενεία να πίνουν τα ποτά τους και να τραγουδούν τα παραδοσιακά μας με τις ώρες.  Πρέπει να πούμε  όταν κάποιοι «έμπαιναν στο κέφι» πολλές φορές γινόντουσαν και καυγαδάκια, όπου όλοι οι χωριανοί έτρεχαν προς τα εκεί για να παρακολουθήσουν τον καυγά. (ο καφκάς στην Αγία Μαρίνα ήταν κομμάτι της παράδοσης των Μαρινιωτών).  Κάποιοι όμως που ήταν ποιο ψύχραιμοι έβαζαν τα πράγματα στην θέση τους.  Αν όμως στον καφκά (καυγά) συμπεριλαμβανόταν και ο Πέτρος Χατζηιωσήφ γνωστός ως Πετρουτσιός, εδώ τα πράγματα σοβάρευαν δηλ. έπρεπε να κλείσουν οι καφενέδες και να ρουμανίσουν όλα τα ξωπόρτια που ήταν στην περιοχή του καφκά, τουλάχιστον για λίγη ώρα μέχρι που τα πράγματα να ηρεμήσουν και μετά συνέχιζαν τις παραδόσεις φιλώντας ο ένας τον άλλον ωσάν να μην συνέβαινε τίποτε το ιδιαίτερο. (Αυτό συνέβαινε συχνά στο όμορφο Σούλι των τραγουδιστών και των παλικαριών).  Ο Πέτρος Χατζηιωσήφ ήταν από τα μεγαλύτερα παλικάρια του νησιού μας.  Αρκεί να πούμε ότι μέχρι και γαίδαρο έπιανε στους ωμούς του και γυρνούσε όλο το χωριό (ο λόγος που το έκανε ήταν σίγουρα για να εκτονωθεί το θηρίο μέσα του).  [Επίσης από τα μεγαλύτερα παλικάρια της Κύπρου ήταν και ο Αγάπιος (Πουρουτζήχαλιλης ο ζορνερτζής-1880) ο οποίος πάλεψε με το παλικάρι ο οποίος καταγόταν από το χωριό Άγιος Βασίλειος, σε εορταστική εκδήλωση που γινόταν συνήθως στο χωριό Σκυλλούρα. Η νίκη ήταν εύκολη για τον μουσικό Αγάπιο Ζορνετζή, γιατί εκτός από παλικάρι φημιζόταν και για την νεττοσύνη του, την σβελτάδα και ταχύτητα του.  Το ηττημένο παλικάρι δεν άντεξε την ήττα και σε λίγο καιρό έφυγε από την ζωή.  Για αρκετά χρόνια τότε ( γύρω στα 1885) έλεγαν τα γύρω χωριά την εξής φράση:¨ ‘’Ο  Ζορνετζής ο Μαρινιώτης ενίκησε το παλικάρι της Κύπρου’’.  Επίσης παλικάρια ήταν και οι υιοί του,  Τταφάς και  Τσιάνος οι οποίοι είχαν μεγάλη φήμη Παγκυπρίως και συνάμα ήταν ο φόβος και ο τρόμος των γύρω χωριών, αφού εκείνες τις εποχές μετρούσε πολύ η παλληκαριά].

Η διασκέδαση λοιπόν και τα παιχνίδια συνέχιζαν μέχρι αργά το βραδύ οπού όλοι «κουρασμένοι από την διασκέδαση και το φαγητό» αναχωρούσαν για τα σπίτια τους αναμένοντας πλέον με αγωνία την πρωτοχρονιά για νέες διασκεδάσεις και τον αποχαιρετισμό του γέρου χρόνου η παλιόχρονου, όπως τον αποκαλούσαν οι  λεβέντο-Μαρινιώτες.

 

 

 

 

enasomatou IT Team