ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ – ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΤΑ - ΑΙ ΒΑΣΙΛΗ ΒΑΣΙΛΙΑ ΔΕΙΞΕ ΤΖΙΑΙ ΦΑΝΕΡΩΣΕ ΚΑΙ ΠΟΥΛΥΣΤΡΑΙΝΑ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ ΣΚΥΛΛΟΥΡΑΣ

Category: ΑΡΘΡΑ
Published on Tuesday, 01 January 2013 18:37
Written by Administrator
Hits: 1683

 

 

ΕΡΕΥΝΑ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ-ΤΩΝΗΣ ΣΟΛΩΜΟΥ

 

ΜΕΡΟΣ 3 ΜΕΡΟΣ 4

Πέρασαν τα Χριστούγεννα  αλλά οι γλυκείες γεύσεις των εορτών συνεχιζόταν αφού οι χωριανοί περίμεναν με αγωνία την όμορφη πρωτοχρονιά και τον ερχομό του νέου χρόνου, που πραγματικά πρέπει να πούμε ότι ένοιωθαν αυτό το γεγονός όπως και την γέννηση του Χριστού μικροί και μεγάλοι και δεν είναι σχήμα λόγου, αλλά τα ζούσαν και τα ένοιωθαν με την σημασία της λέξεως εκείνες τις εποχές.  Θυμάμαι την δεκαετία του 1960 τότε μικρό παιδί αλλά με πολύ καλή μνήμη τις ομορφιές αυτών των ξεχωριστών εορτών, τις νοσταλγικές εκείνες εποχές που όλοι θα θέλαμε να ξαναζήσουμε εκείνα τα όμορφα και ξέγνοιαστα χρόνια.  Αν και μεσολαβούσαν έξι μέρες μέχρι την πρωτοχρονιά το κλίμα εκείνο των ημερών δεν άλλαζε καθόλου, ήταν όλο και ποιο ζωντανή και γιορτινή η ατμόσφαιρα στο χωριό διότι τα σχολεία ήταν κλειστά, οι χωριανοί οι περισσότεροι γεωργοί ήταν ήδη τελειωμένοι από το όργωμα των χωραφιών, (υπήρχε δηλ. .αρκετή ζωή και ευχάριστη διάθεση και αυτό έδειχνε γιορτινό Μαρινιώτικο κλίμα με πλήρη κινητικότητα στα καφενεία και στα μικρό ψιλικατζίδικα).  Το ιστορικό σωματείο Κέδρος Αγίας Μαρίνας που υπάρχει μέχρι σήμερα, εκείνες τις μέρες ήταν σε πλήρη επίσης κινητικότητα δηλ. προγραμμάτιζαν διάφορες γιορταστικές εκδηλώσεις, όπως πρωτοχρονιάτικο σκέτς, ποιήματα, θέατρο, κλήρωση με πολλά και πλούσια δώρα, τόμπολα, ποδοσφαιρικό αγώνα ελεύθερων-παντρεμένων, διαγωνισμό τσιαττιστών κ.α.  Μερικοί που θυμούμαι και ξεχώριζαν στα θεατράκια και σκέτς ηταν οι Μισσιέλλης Κιτέου, ο Ιωσήφ Β. Χατζηχάννας, Γιαννάκης Τζυρκαλλής, Γιαννάκης Πεκρής, Τάσος Χατζηχάννας, Κόκος Πεκρής, Ιωσήφ Χριστοφή, Ηλιάνα Μισσιέλλη Χατζηχάννα, Έλλη Χατζηχάννα κ.α

 

Παραμονή λοιπόν  πρωτοχρονιάς και οι απόδημοι Μαρινιώτες άρχισαν να μαζεύονται ξανα όλοι στην γενέτειρα τους για να γιορτάσουν μαζί με τους ομοχώριους τους το νέο έτος.  Οι καφετζήδες από το χάραμα άρχιζαν το καθάρισμα και το σκούπισμα των αφενείων τους αλλά και το άνοιγμα των πόρτων τους για εξαέρισμα του χώρου από τον καπνό των τσιγάρων που προερχόταν περισσότερο από τους «κουμαρτζίδες», του τριάντα-ένα, του ρήγα και του ποκιριζέ, που εκείνες τις μέρες κάπως «οργίαζε» το πράγμα, αλλά ήταν μέσα στα παραδοσιακά έθιμα που τηρούσαν για αιώνες.  Θυμούμαι κάποιους πρωταγωνιστές του χαρτιού (αφού οι γονείς μου διατηρούσαν καινούργιο καφενείο τότε και σύλλογο) του πεντοσελίνου, δεκασελίνου, της λίρας αλλά κάποτε και του πεντολίρου όπως τον Μιχαλάκη Φράγγο, τον Αθανάση Εμμανουήλ, τον Ηλία Καμηλάρη, τον Πέτρο Εμμανουήλ, τον Αντρέα Μουτήρη, τον Γιαννάκη Βασιλέα, τον Σολή Τζιάνναρο, τον Γιαννάκη Ηλία (της Λίζας) κ.α, οι οποίοι το ευχαριστιόταν και το διασκέδαζαν.  Στην περίπτωση του χαρτιού όφελος είχε πάντοτε και ο καφετζής και απ’οτι θυμάμαι από προσωπική μου εμπειρία διότι έναν από τα καφενεία του χωριού και το οποίο ήταν καινούριο (1969) ήταν των γονέων μου και θυμάμαι λοιπόν όταν έπαιζαν χαρτιά σε κάθε δυο με τρεις «γύρους στο χαρτί» έβαζαν και για τον ‘πάγκο’ δηλ. για τον καφετζή και έτσι τα οικονομούσε καλά ο καφετζής εκείνες τις μέρες.  Πολλές φορές παρακολουθούσα έξω από το καφενείο μήπως και έρθει αστυνομία αν και ο Μιχαλάκης ο Φράγγος ήταν υπαστυνόμος τότε και δεν ήταν και τόσο δύσκολα τα πράγματα για τους εραστές του χαρτιού.  Σε άλλο τραπέζι θυμούμαι έπαιζαν ποιο ερασιτεχνικά τον ‘ρήγα’ με μπακκίρες, μισούκια, σελίνια, και διπλοσέλινα, οι Αβράμης Μαλτέζου, Πετράκης Μουτήρης, Ιωσήφ Β Χατζηχάννας, Σιάρπελ Χατζηιωσήφ, Γιαννάκης Πεκρής, Τάσος Χατζηχάννας, Αντώνης και Βράχίμης Ράφτη, Μισσιέλλης Κιτέου, Τάκης Σελλάς, Ιωσήφ Τζιάνναρος,  Μισσιέέλης Αναστάση, Ιωσήφ Γ Πουλλή, Κόκος Π Εμμανουήλ, Τάκης Πεκρής, Ιωσήφ Μ Χατζηχάννας κ. α   Πολλές φορές τον ρήγα τον έκανε ο Παναγιώτης Χατζηιωσήφ όπου θυμούμαι τα κατάφερνε και τους κέρδιζε τις περισσότερες φορές με διαφορά τεχνάσματα και φακκιρισμούς (ταχυδακτυλουργίες) όπως το αντιλαμβανόμουν εγώ τότε σε μικρή ηλικία, αφού υπήρχε συνένοχος που κοιτούσε τα χαρτιά σκυφτός κάτω από το τραπέζι….  Ποιο πέρα έβλεπες σε άλλο τραπέζι τους ποιο συντηρητικούς συνταξιούχους και μη να παίζουν το ‘τριάντα ένα’ τους απλά και ταπεινά με τις ΄κουφέττες,’ αλλά μην πάει ο νους σας ότι δεν είχαν και αυτοί το «άγχος και την αγωνία» μήπως  χάσουν τις κουφέττες...  Μερικοί από αυτούς αλλά και αξέχαστους που δυστυχώς έφυγαν από την ζωή με τον πόθο να ξαναγύριζαν στην Αλησμόνητη και αδούλωτη Αγία Μαρίνα και που δεν την ξαναείδαν δυστυχώς ποτέ ήταν:  Ο παππούς μου Αντώνης Τζυρκαλλής, ο Ηλίας Μουτήρης, ο Ιωσήφ Πουλλής (Πίσσας), ο Ιωάννης Πέτρου (Τζιάνναρος), Μιχάλης Ιωσηφίδης (Παήλης), Μιχάλης Χαννή (Πατατής), Μικέλλης Χατζηιωσήφ, Αντώνης Μουτήρης, Σόλωμος Πεκρή, Ρούσος Πέτρου, Σελλάς Αναστάση κ.α.  (Αυτά όλα τα γραφώ για χάριν καλών αναμνήσεων, γιατί στα πολλά χρόνια αφήνουν και αυτά την δική τους γλυκεία γεύση εφόσον στην ζωή είναι όλα μάταια).    Οι περισσότεροι χωριανοί πριν το 1974 έμεναν στα καφενεία όπου υπήρχε και τηλεόραση για να υποδεχτούν το νέο έτος αλλά και κάποιοι άλλοι στα σπίτια τους έτρωγαν και διασκέδαζαν παίζοντας και το χαρτί τους όχι με λεφτά αλλά με διάφορους ξηρούς καρπούς όπως αθάσσια καρύδια ή και με κουφέττες. 

Με την αλλαγή του χρόνου άκουγες ένα δυνατό και με ενθουσιασμό  κραυγαλέο εεεεεεε!!!!!! με πολλά χειροκροτήματα και το άναμμα των φώτων αφού προηγουμένως τα είχαν σβήσει.  Εν συνεχεία οι ποιο μικροί έλεγαν χρόνια πολλά στους μεγαλύτερους, τους φιλούσαν το χέρι η ακόμη έβλεπες μέσα στα καφενεία να σφιχταγκαλιάζονται και να λένε ο ένας τον άλλον χρονιά πολλά και καλή χρονια.  (Να πούμε ότι όλο το βραδύ ομάδες από μικρούς γύριζαν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούσαν το παραδοσιακο τραγουδι, ‘αρχιμηνιά κι’αρχή χρονιά).

Αρχιμηνιά κι’αρχη χρονιά

ψυντρη μου δέντρολίβανια

κι’αρχη κι’αρχή-καλός μας χρόνος

εκκλησια εκκλησιά μετ’αγιον όρος

 

Αρχή που βρήκε ο Χριστός

Άγιος και πνευματικός

στη γη στη γη να περπατήσει

και να μας και να μας καλοκαρδίσει

 

Άγιος Βασίλης έρχεται

και δεν μας καταδέχεται

απω-από την Καισαρεία

ζεις αρχο- ζεις αρχόντισσα Κυρία

 

Βαστά εικόνα και χαρτί

ζαχαροκάρμιο ζημοτη

χάρτι χαρτί και καλαμάρι

δες και με δες και με το παλληκάρι

 

ΑΪ ΒΑΣΙΛΗ ΒΑΣΙΛΙΑ

ΔΕΙΞΕ ΤΖΙΑΙ ΦΑΝΕΡΩΣΕ...

 

 Την παραμονή της πρωτοχρονιάς όλα τα σπίτια είχαν αναμμένη φωτιά είτε αυτό ονομαζόταν ‘νυσκιά’ (τζάκι), είτε αυτό ονομαζόταν σύκλα ή ττενεκκές (μεταλλικά δοχεία), είτε σόμπα πετρελαίου, που με αυτά τα μέσα σίγουρα ζεσταινόταν ανάβοντας μέσα ξυλά.  Την συγκεκριμένη βραδιά χρησιμοποιούσαν τα καρβουνά και για να «αποκαλύψουν» ποιος ή ποια τους αγαπά βάζοντας πάνω στα ανάμενα καρβουνά φύλλο ελιάς.  Έβλεπες λοιπόν σε κάθε σπίτι να κάθονται γύρω από την φωτιά όλη η οικογένεια και συγγενείς, να απολαμβάνουν διάφορα εδέσματα, να λέγουν οι παλαιοί στους νεότερους παλιές ιστορίες σχετικά με την παραμονή της πρωτοχρονιάς.  Πάνω στην φωτιά έβαζαν κουκιά για να γίνουν ‘κασσιανιστά’ καθώς και κάστανα, χαλλούμι, ελιές μαύρες κ,α. 

Κατά διαστήματα ένας-ένας έριχνε το δικό του φύλλο στα καρβουνά για να «μάθει» επιτελούς αν ο αγαπητικός ή η αγαπητικιά τους αγαπούν.  Παρακολουθούσες λοιπόν όλους σχεδόν και ειδικά τους ελευθέρους πόσο αγωνιούσαν ρίχνοντας το φύλλο στα καρβουνά λες και θα το μάθαιναν απευθείας από το στόμα του Αγίου Βασιλείου.  Αυτό φυσικά έδειχνε την αθωότητα του κόσμου και σίγουρα την πιστή προς τον Θεό που είχαν εκείνα τα φτωχικά αλλά νοσταλγικά χρονιά.  Όταν πέταγε κάποιος το φύλλο ελιάς στην φωτιά έλεγε την εξής φράση:  ‘ΑΪ Βασίλη Βασιλιά που έρχεσαι από μακριά, σε παρακαλώ δείξε τζιαί φανέρωσε αν μ αγαπά ο...ή, η... (και έλεγε το όνομα του ή το όνομα της).  Εάν λοιπόν το φύλλο που έριχνε στην φωτιά χοροπηδούσε τότε η χαρά ήταν μεγάλη σ’ εκείνο που έριχνε το φύλλο και οι υπόλοιποι χειροκροτούσαν και φώναζαν μεγαλόφωνος μένα μεγάλο εεεεεε!!!, του έλεγαν επίσης ότι η νέα χρονιά θα είναι και η χρονιά του.  Αν όμως το φύλλο καιγόταν χωρίς να κάνει καμιάν κίνηση, τοτε.. «καιγόταν» και η καρδιά εκείνου που το έριχνε στην φωτιά και μελαγχολούσε  και ο ίδιος ολονύχτιος.  Όταν η ώρα ήταν περασμένη δηλ. κόντευε να ξημερώσει όλοι οι μικροί πήγαιναν για ύπνο για να ειναι ξεκούραστοι γιατί έπρεπε να γυρίσουν το χωριό μετά τον εκκλησιασμό ένας-ένας για να πουν τα χρόνια πολλά και να πάρουν την ‘πουληστρένα’ τους.

 

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΚΑΙ

ΑΞΕΧΑΣΤΗ ‘ΠΟΥΛΗΣΤΡΕΝΑ’ ΚΑΙ ΚΟΨΙΜΟ ΤΗΣ

ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΤΑΣ

 

Πρώτη του χρόνου και η γλυκεία καμπάνα του χωριού χτυπά χαρμόσυνα οπού και ξυπνά τους ξενυχτισμένους Μαρινιώτες που ήδη αποχαιρέτισαν τον γερό χρόνο και καλωσόρισαν τον νέον.  Οκτώ παρά είκοσι πρωινής λοιπόν και η καμπάνα χτυπά το πρώτο της παίξιμο, μετά από πέντε λεπτά το δεύτερο και μετά από πέντε το τρίτο της παίξιμο.  Στις οκτώ παρά πέντε πμ η καμπάνα χτυπά ‘μονά’ και η εκκλησία σχεδόν κατάμεστη.  Στις οκτώ ακριβώς αρχίζουν οι ψαλτές να ψάλλουν, ο ιερέας να εύλογα τον κόσμο ο οποίος ήδη στέκεται όρθιος και σταυροκοπείται.  Σε λίγη ώρα ακούγεται το ευαγγέλιο  το οποίο κρατά ο ‘γιορτάρής’ με τα δύο του χέρια και ακουμπημένο στο μέτωπο του μπροστά ακριβώς από τον ιερέα και  ο ίδιος σε όρθια στάση.  Τελειώνοντας το ευαγγέλιο ο ιερέας μήλα στο ποίμνιο του και του εύχεται καλή χρονιά.  Σε λίγο ακούγεται από τους ψαλτάδες και όλους τους πιστούς τον γλυκό ψαλμό ‘Αρσαάλλα’ και το όμορφο ρεφρέν ‘χάλελ, χάλελ, χάλελουνο’.  Τελειώνοντας η λειτουργία περνούν όλοι οι πιστοί από το ιερό να φιλήσουν τον χριστό αλλά και τον σταυρό που βαστά  πάντοτε ο ιερέας κατά την ώρα της λειτουργίας, να πάρουν το ‘αντίερο’ τους (αντίδωρο κουμούλλι), να προσκυνήσουν την φάτνη και να βγουν στο προαύλιο.  Βγαίνοντας από την εκκλησία και οι καμπάνες να χτύπου  χαρμόσυνα από τους μερακλήδες της καμπάνας, οι χωριανοί να αγκαλιάζονται και να φιλά ο ένας τον άλλον ευχόμενοι το χρόνια πολλά και καλή χρονιά.  Οι μικροί ήδη άρχιζαν την δική τους «δουλειά» δηλ να πουν σε ολους τους χωριανούς χρόνια πολλά και να πάρουν την παραδοσιακή ‘πουληστρέναν  τους’, αρχίζοντας πάντοτε από τον τατά και την νούννα που ήταν και σίγουροι ότι το γούρι θα «πάει καλά» αφού ο οβολός σίγουρα θα ήταν ικανοποιητικός (σελινί ή και τσιφτέ-διπλοσέλινο) και όχι μπακκίρα ή το γρόσι που λέμε.  Όλοι οι μικροί είχαν κρεμασμένο στο λαιμό το παραδοσιακό ‘πουτζίν’(καμωμένο από ύφασμα και ραμμένο ειδικά για να βάζεις κέρματα και όχι μόνο)  το οποίο έπρεπε να το γεμίσουν μέχρι το βράδυ από τους χωριανούς αφού υπήρχε και μεταξύ των παιδιών «σκληρός» συναγωνισμός στο ποιος θα πάρει περισσότερα λεφτά.  Τα παιδιά έλεγαν στους μεγάλους τα χρόνια πολλά ή ‘καλά φώτα  τζιαί την πουληστρένα πρώτα’  και εκείνοι έβαζαν τον δείκτη της παλάμης και τον αντιχείρα  στο πουτζίν του παντελονιού τους και έβγαζαν συνήθως διάφορα κέρματα τα όποια έβαζαν στην άλλη παλάμη του χεριού τους για να διαλέξουν ποιο νόμισμα θα δώσουν. 

Στην φάση εκείνη υπήρχε η αγωνιά από τα παιδιά ποιο κέρμα τελικά θα πάρουν. Περιττό να πούμε ότι οι «μικροί διαβάτες» σίγουρα θα προτιμούσαν σελινί ή τσιφτέ (διπλοσέλινο) αφού πριν την δεκαετία του εβδομήντα ήταν και από τα μεγαλύτερα σε αξία κέρματα.  Στο ψάξιμο λοιπόν και στο ανακάτεμα στο τι θα δώσουν οι «κύριοι», οι μικροί και ειδικά οι κάπως ποιο ‘ζωηροί ή άτακτοι’ εκείνες τις στιγμές έκαναν τη «Παναγία» (προσποιούταν ότι ήταν πολύ φρόνιμοι) για να πάρουν περισσότερα. Πολλές φορές υπήρχαν περιπτώσεις που δεν έδιναν καθόλου λεφτά είτε λόγω φτώχιας είτε έλεγαν την φράση ‘δεν έχω ψιλά ά’ και απλά η απάντηση που έδιναν όταν τους έλεγαν οι μικροί χρονιά πολλά, αυτοί απαντούσαν με την φράση «ν’ αξιώνεσαι»   Όλοι οι χωριανοί περίμεναν στο προαύλιο τον ιερέα  για να το ευχηθούν καλή χρονιά και να του φιλήσουν το χέρι.  Ακολούθως γέμιζαν όλα τα καφενεία, οι παραγγελίες να πηγαίνω -έρχονται από τον καφετζή, άλλοι με το καφέ, άλλοι με το τσάι, άλλοι με την σουμάδα και άλλοι μαζί με το ‘κονισσλίκκι’ (κουβέντα) και με το πως πέρασαν.  Εν συνεχεία πήγαιναν όλοι στα σπίτια τους οπού οι καπνοί και οι λιχουδιές από διαφορά μεζεδάκια που ευδοκιμούσαν την περίοδο εκείνη στην Αγία Μαρίνα όπως μανιτάρια, καραόλοι, περδίκια, λαγοί, αγρέλια αλλά και με διάφορα άλλα εδέσματα το γλέντι και η διασκέδαση με την περιβόητη ‘Μαρινιωτού’ διάνθιζαν όλο το χωριό.  Στο τέλος της διασκέδασης μαζευόταν όλοι γύρω από το τραπέζι για να κόψουν την ‘βασιλόπιττα’ οπού εκεί επικρατούσε αγωνιά ποιος θα κερδίσει το νόμισμα που τοποθετούσε η νοικοκυρά του σπιτιού μέσα στην βασιλόπιττα.  Η νοικοκυρά  έκοβε την βασιλόπιττα και έδινε στον καθένα το δικό του κομμάτι.  Οποίος εύρισκε το τυχερό νόμισμα, οι υπόλοιποι έπρεπε να τον συγχαρούν και να τον χειροκροτήσουν γιατί όπως έλεγαν οι παλαιοί δεν ήταν μονό τύχη επειδή εύρισκε το νόμισμα αλλά θα ήταν τυχερός ολόκληρο το έτος.   Οι νέοι και οι νέες πρώτοι κατέβαιναν στην πλατεία και άρχιζαν το παιχνίδι, τα καφενεία «γνώριζαν την τιμητική τους» αφού ήταν κατάμεστα από χωριανούς, άλλοι πηγαινοερχόταν στους δρόμους και στα σοκάκια άλλοι τραγουδούσαν και άλλοι χόρευαν και το διασκέδαζαν μέχρι αργά το βραδύ μονιασμένοι και αγαπημένοι ωσάν να ήταν όλοι μικρά αθώα  και άκακα μωρά.

ΤΑ ΦΩΤΑ Η

ΘΕΟΦΑΝΙΑ 

Μια άλλη μεγάλη εορτή που εορταζόταν στην Αγία Μαρίνα ήταν τα παραδοσιακά φώτα ή Θεοφάνια. Την παραμονή το βράδυ άρχιζαν οι οικοκυρές να ανάβουν τις νυσκίες στην τσιμινιά και τα καυσόξυλα να παίρνουν φωτιά και η κάρβουνα να είναι έτοιμη για τα παραδοσιακά ‘ξεροτήγανα’.  Όλοι οι ‘λούρουππες’ (καπνοδόχοι) λοιπόν κάπνιζαν όλο το χωριό οπού μοσχοβολούσε από τις ωραίες μυρωδιές των ξεροτήγανων. 

Το Μαρινιώτικο γλέντι και η διασκέδαση ήταν «δεδομένο» σε κάθε σπίτι και σε κάθε καφενείο.  Το ποτό «κυλούσε» το φαγοπότι και το γλέντι έπαιρναν «φωτιά», η Μαρινιωτού αντιλαλούσε σ όλο το χωριό και οι μικροί παρακολουθούσαν τις μητέρες και γιαγιάδες πως κατασκεύαζαν και τηγάνιζαν τα ξεροτήγανα.  Αργά το βράδυ οι οικοκυρές έπρεπε να πατάξουν στο δώμα ξεροτήγανα για να φάνε οι ‘καλικάτζαροι και να φύγουν μακριά. 

Όταν πέτασαν τα ξεροτήγανα έλεγαν την φράση «φάτε καλικάντζαροι ξεροτήγανα ωραία τζιαί γλυτζιά, τζιαί μόλις τα  χορτάσετε να φύγετε τζιαί να πάτε μακριά».  (Πίστευε και πιστεύει ο κόσμος ότι αυτά τα δαιμονικά βγαίνουν το βράδυ των φώτων από τα έγκατα  στην επιφάνεια της γης,  αλλά και το δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων).  Την επόμενη το πρωί όλοι χωριανοί εκκλησιαζόταν παίρνοντας μαζί τους νερό (σε μπουκάλια συνήθως) όπου ο ιερέας το ευλογούσε το οποίο έπαιρναν και έχυναν σε διαφόρους τόπους είτε στο σπίτι είτε στο στάβλο με τα ζώα είτε ακόμα και στα μηχανήματα τους για να είναι ευλογημένα και να μην τα «πιάνει το μάτι» όπως έλεγαν.  Μετά τον εκκλησιασμό ο ιερέας μαζί με κάποιο βοηθό του γύριζαν όλο το χωριό όπου ο ιερέας  ευλογούσε τα σπίτια με νερό αγιασμένο ραντίζοντας το νερο με φυτο απο λασμαρι ή βασιλιτζιά στο εσωτερικό του σπιτιού αλλά και τους οικιους στο κεφαλι τους. 

Ο κάθε νοικοκύρης έριχνε τον οβολό του σε μεταλλικό δοχείο που κρατούσε ο βοηθός του ιερέα.  Τα παιδιά εκείνην την ημέρα προσπαθούσαν να παίξουν ξέγνοιαστα όσο περισσότερο μπορούσαν, αλλά αργά το απόγευμα τους έπαιρνε το παράπονο και μελαγχολούσαν επειδή ήξεραν ότι η μέρα εκείνη ήταν και η τελευταία των διακοπτών αλλά και ότι την επόμενη μέρα θα άνοιγαν τα σχολεία και θα καθόταν ξανά στα θρανία τους. 


Η ΦΟΤΟ ΕΙΑΙ ΠΑΡΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ 1960 ΚΑΙ ΟΙ ΝΕΟΙ ΕΟΡΤΑΖΟΥΝ ΣΕ ΜΕΓΑΛΗ ΑΥΛΗ

ΣΠΙΤΙΟΥ ΟΠΟΥ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΕΣ''ΣΟΥΣΕΣ'' (FOTO-TZOZEF ANTONY TZYRKALLI)