ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ ΣΚΥΛΛΟΥΡΑΣ – ΉΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ

ΕΡΕΥΝΑ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΤΩΝΗΣ ΣΟΛΩΜΟΥ

 (ΜΕΡΟΣ 2)

Τα μεσάνυχτα της παραμονής των Χριστουγέννων όλοι δρόμοι οδηγούσαν στην εκκλησία και στην θεία λειτουργία όπου οι Μαρινιώτες ετοιμαζόταν να υποδεχτούν το θείο βρέφος με ευλάβεια, ταπεινοφροσύνη και με περισσή αγάπη προς το βρέφος.  Η ξεχωριστή αυτή νύχτα ήταν πάντοτε κατάμεστη λόγω των ημερών και λόγω του ότι οι απόδημοι Μαρινιώτες μαζευόταν ‘μέχρι και τον τελευταίο’, στο χωριό που υπεραγαπούσαν και αγαπούν ακόμα.  Όλοι οι χωριανοί μικροί και μεγάλοι ‘’πάννιζαν τα πασκάτικα τους’’ (έβαζαν τα καινούργια ρούχα τους και τα παπούτσια τους).  Οι νέοι πάννιζαν τα κοστούμια τους, τις γραβάτες τους και τα πρόσωπα τους άστραφταν από χαρά και ευτυχία  Εν συνεχεία η εκκλησία και τα αυτιά των πιστών πλουμιζόταν από τους γλυκούς χριστουγεννιάτικους αραμαίκούς ήχους και όχι μόνο.  Όλοι οι πιστοί λάμβαναν μέρος στους ψαλμούς μαζί με τους ψαλτάδες, όπως τους Ιωσήφ Σολωμού Κκιολάρη ο οποίος συνήθιζε να παίζει και τα ‘τάσσια’ (είδος κρουστού μουσικού οργάνου), Ηλία Αντρίκου, Ιωάννη Παύλου Τσιακκαριά, Ιωσήφ Γιούφταη Μάρα, Αντρίκκο Ηλία, Μανώλη ΧατζηΙωσήφ, Αντρέα Μουτήρη, Μιχάλη Πεκρή, Αντώνη Μαρίνο, Βραχίμη Χατζηχάννα, Αντρέα Παρτέλα κ.α.  Ο αείμνηστος πάτερ Αντρέας Φράγκου, πάντοτε υπερήφανος για τους πιστούς του, για τους ψαλτάδες του αλλά και για το χωριό του το οποίο κατάφερνε με τον ξεχωριστό και προσιτό του τρόπο, να το κρατά πάντα ενωμένο και αγαπημένο.  Ένας από τους ποιο όμορφους και μελωδικότερους ψαλμούς των Χριστουγέννων  τραγουδημένος πάνω σ’ένα από τους γλυκύτερους και ομορφότερους μουσικούς δρόμους όπως τον ‘Ράστ’, ακουγόταν κατά τα εσπερινά των Χριστουγέννων διανθίζοντας το εσωτερικό της εκκλησίας και τ’αυτιά των πιστών, όπου ένοιωθες μια αγαλλίαση και ένα αίσθημα, λες και ήσουν στα επουράνια με τους αγγέλους.

 

 

ΑΡΣΑΛΛΑ ΑΛΑΧ

·        Αρσάλαλλα ύπναχου ελ-ουαχήτ  νούραν λήλ ουαμάμ

Ουχταζιάπα φη χασιά  Μαριάμ αλπετούλ  ουα μήνχα ταζιάσσαμ

Ασρακα ναζμουχόν φη χατούτ φαρές  καμα αλαάπαλ-α-άμ

Ουα ανάρα ελμαζούς  φαχαμαλού ηλαηχή  χαταγιάλ ηκράμ

 

‘Ρεφρεν’

Χάλλελ, χάλλελ, χάλλελ-λούνο.

·        Αζιπάν αουήγιαν τα-αχου εσα-αγιά  ουα άνχου ταραννάμ

Πηανναχού γιάχμελ άλα μανκηπαηχή  σουλτάναχουλ αμ

Κατ κανα κάληματ παλ ραατ ασουάτ ουα σήπλα λαηθη α-αζζάμ

Φα-ατχά  σάκηταν ουα χαμαλαν ουατηά  φή πατνη Μαριάμ.

 

·        Ουαλαζαχά γανίγιαν μάζιταν μαχίπαν ατήραν ταγγιάν

Ουατ-ταλάτα μήνχα φαηράν χαηραν μουτ-τάηταν μουχάν

Ταρχουπού ουρμπαχου μαλαηκατ ουσσαμα ουαήντανα ησταπάν

ουτηάν χαλήμαν σαχλαλ ηλτηά λήπαννηλ ίνσαν.

 

·        Τησσα-ατέσχορεν χαμαλάτ Μαριάμ πηχάμηληλ ακ-ουαν

Ουαλαμ ταχήσσα μηνχου πηθηκλέν λιάνναχου ηλαχον ουα ηνσάν

Ζαταχα τούχραν ουα μακαθατ πετουλάν τουτχισουλ αδχαν απλάτ

Μηλατ ουαφήχη ουα πα-αταχού ουα μά ταμαζ ζαμαν.

 

·        Φη χαληλ χουλούλ τάσα-ουαρα καμηλάν ουα ζήσμουχου μα παραχ

Μούτταχηταν πην-ναφς ουα πη ντουχνή λφαράχ μασηχαν ήνμασαχ

Πήλχουλουλη ουαλχουρούζ ουα σουκνά πη ούμμησχη αζιπαν ιντατάχ

Φάλ-ταπ-ου ηπταατ ουαπαν φέ-ελερουχ καμάαφραμ αουταχ.

 

·        Νουμάζητάκ για μαν ζαχαρα πη ούμμηχη ηνσάν ναν γιατουμ

Πητ-τηχάτηταπααηνουαμασηαταήνφηουήχτατηλακνουμ

Λακ ουαλη ουάλητακ ουα λη ρουχ ελ κοττούς σούκρον μάχτουμ

Θάλαθατ ακανήμ ηλαχον ουαχέτ λαησα πη μαξούμ.

Τελειώνοντας από την λειτουργία με γεύση και αίσθηση την γέννηση του Χριστού, όλοι οι χωριανοί στο προαύλιο της εκκλησίας, αντάλλασαν χριστουγεννιάτικες ευχές και έλεγαν ‘καλά Χριστούγεννα’ η ‘καλά γενέθλια’ και ασπαζόταν ο ένας τον άλλον και οι μικρότεροι φιλούσαν τα χέρια τους μεγαλύτερους και ειδικά τους γέροντες.  Ακόμα έλεγαν και σχολίαζαν ο ένας για τον άλλο για τα ρούχα και ότι άλλο ήταν καινούργιο στα όμορφα κορμιά τους.   Εν συνεχεία σ’ όλα τα καφενεία του χωριού γινόταν το αδιαχώρητο, πίνοντας τον καφέ τους, το τσάι τους, την σουμάδα τους και κάποιοι άλλοι το κρασάκι τους και το κονιάκ τους με μεζέ αγκινάρα φρέσκια, κουκιά φρέσκια και όλα αυτά παραγωγές του χωριού είτε από τους κήπους τους είτε  από τα   χωράφια τους.  Κάποιοι άλλοι καθόταν ‘στο χαρτί των ημερών’, στο 31, στον ρήγα, στον ποκιριζέ ή στο λεγόμενο ‘κουμάρι των ημερών’ που αυτό άρχιζε συνήθως μια με δυο εβδομάδες πριν το χαρμόσυνο γεγονός του Θεανθρώπου.  Μετά από την ‘μικρή  στάση’ στα παραδοσιακά και «αθάνατα» καφενεία, ο κόσμος κατέληγε στα σπίτια του όπου οι οικοκυρές ετοίμαζαν την παραδοσιακή ‘σούπα με την γαλοπούλα.  (Πρέπει να πούμε ότι τα Χριστούγεννα και το Πάσχα τηρούσαν πιστά και αυστηρά όλοι οι χωριανοί την ‘νηστεία’).  Οι νηστείες των Χριστουγέννων άρχιζαν στις δεκατρείς του Δεκεμβρίου δηλ. μετά τις σίκοσες (αποκριές), μέχρι και τα Χριστούγεννα.  Κάθε μεσημέρι έπρεπε ένας μαθητής του δημοτικού που ήταν προγραμματισμένο από τον διευθυντή, να παίζει την καμπάνα ούτως ώστε οι χωριανοί που βρισκόταν στα χωράφια και όχι μονό, να κάτσουν να μεσομερκάσουν (μεσημεριανό φαγητό) διότι νήστευαν μέχρι το μεσημέρι καθημερινός και δεν επιτρέπετο να τρώνε τίποτε εκτός από το να πίνουν νερό.

Στην Αγία Μαρίνα συνήθιζαν να μαζεύονται την παραμονή όλοι οι συγγενείς σέ συγγενικά τους σπίτια, ή όλα αδέρφια στο σπίτι των γονέων τους (δηλ στο πατρικό τους) και να το διασκεδάζουν αλλά παράλληλα  να παίζουν το παραδοσιακό 31 ή τον  ρήγα, (όχι όμως με λεφτά αλλά με αθάσσια ή με κουφέττες –καραμέλες) μέχρι τα μεσάνυχτα που θα πήγαιναν εκκλησία  Την επόμενη μέρα 7+45πμ χτυπούσε η καμπάνα χαρμόσυνα για να ξυπνήσουν οι χωριανοί και να ετοιμαστούν για την θεία λειτουργία.  Μετά από πέντε λεπτά πάλι χτυπούσε  και το ίδιο γινόταν και στα επόμενα πέντε λεπτά.  Στις 8.00πμ ακριβώς η καμπάνα χτυπούσε ‘μονά’(όπως χτυπά όταν έχει κηδεία) τρείς φορές, που αυτό έδειχνε ότι η λειτουργία θα άρχιζε σε πολύ λίγο.  Αυτός ο τρόπος και το κάλεσμα της καμπάνας προς τους χωριανούς ήταν καθιερωμένο από τα παλαιά χρονιά.  Αρκετοί ήταν που ήξεραν να παίζουν σωστά την καμπάνα, κάποιοι όμως ξεχώριζαν με το γλυκό τους παίξιμο , γιατί η καμπάνα είναι και αυτή ένα όργανο κρουστό ‘ιδιόηχο’ που θέλει την δική της τεχνική για να ακουστεί σωστά και γλυκά στο αυτί του άλλου.  Μερικοί «γλυκοκαμπανάδες» ήταν:  Ο Πουρουτζήχαλιλης (πρόπαππους μου, ο οποίος ήταν τόσο χειροδύναμος που έκοβε συχνά το σχοινί της καμπάνας στο κάτω μοναστήρι του Προφήτη Ηλία), Πάτερ Ιγνάτιος ( ο οποίος έπαιζε την καμπάνα με το ένα του χέρι), ο πατέρας μου Σολωμός Αγαπίου ( ο οποίος είχε καλή τεχνική, λόγω της προπόνησης που έκανε συχνά στο κάτω μοναστήρι αφού ο πατέρας του Μιχάλης Αγαπίου και η μητέρα του Ελένη Κκαιλού διετέλεσαν  συνεταίροι στην περιουσία του μοναστηριού για τριανταπέντε ολόκληρα χρόνια), Ιωσήφ Π. Γιούφταης Μάρας, ο Μιχάλης Αγαπίου (γενιή Μιχαήλης), Πέτρος ΧατζηΙωσήφ Πετρουτσιός ( ο οποίος ήταν τόσο χειροδύναμος που δεν άντεξε η καμπάνα της παλιάς εκκλησίας και έπεσε στο έδαφος χωρίς ευτυχώς θύματα). Από τους νεότερους ο Αντρίκος Α.Τζιουβάννη, Αβραάμ Μαλτέζου (Πράσσιμος), Αλέξανδρος Σκέντερ, Μιχαήλης Σσιάηλος, Ιωσήφ Α.Τζιουβάννη (Πουλλιτζής), Μιχαήλης Ι. Παύλου (Γιαηλάς) κ.α.  Κατά την διάρκεια της λειτουργίας επικρατούσε απόλυτη σιγή και όλα τα παιδιά ήταν πάντοτε στις μπροστινές θέσεις για να ελέγχονται και να είναι σε τάξη. Με τους χριστουγεννιάτικους ψαλμούς αντηχούσε όλη η εκκλησιά και σε κάποια στιγμη άρχιζε το ευαγγέλιο κρατώντας το ο γιορτάρης (με ένα παραδοσιακό και όμορφο τρόπο) με τα δύο του χέρια ακουμπημένο στο μέτωπο του και σε όρθια στάση ο ίδιος πριν από το σκαλοπάτι του  ιερού, διαβάζοντας το ο ιερέας στην Συριακή Αραβική (έτσι όπως το έλεγαν πριν πολλούς αιώνες) αλλά και στην Ελληνική γλώσσα για να αντιλαμβάνονται και οι πιστοί το νόημα της λειτουργίας εφόσον δεν γνώριζαν την αραβική γλώσσα.  Εν συνεχεία ο ιερέας έκανε την ‘πρέτικα’ του (ομιλία) προς το ποίμνιο του ευχόμενος σε όλους καλά Χριστούγεννα και η γέννηση του Κυρίου να μπει στις καρδιές όλων και να είναι όλοι αγαπημένοι και ενωμένοι μεταξύ τους.  Κατόπιν τούτου μεταλάβαιναν όλοι με πιστή και αγνότητα την ‘νόστια’, λέγοντας στον καθένα ο ιερέας, ότι αυτό είναι το σώμα και το αίμα του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού και δίδεται σε σένα δια συχώρεση των αμαρτιών σου αμήν.  Το τέλος της λειτουργίας έφερνε πάντοτε, ο γνωστός μας ψαλμός ‘Ανέβης Μαρία εις τον ουρανό..’ όπου εδώ μικροί και μεγάλοι τον τραγουδούσα σαν μια μεγάλη ανοιχτή χορωδία.

 

Ανέβης Μαρία εις τον ουρανό

εκεί μακαρία ζείς με τον υιό..

Χαίρε Χαίρε Χαίρε Μαρία

Χαίρε Χαίρε Χαίρε Μαρία.

Μόλις άρχιζε ο ψαλμός αυτός, ταυτόχρονα άρχιζαν και οι καμπάνες να χτυπούνε χαρμόσυνα και ασταμάτητα αφού τις μεγάλες εορτές μαζευόταν όλοι οι άντρες οι  ελεύθεροι και παντρεμένοι και συναγωνιζόταν ποιος θα παίξει καλυτέρα και με περισσότερη αντοχή την καμπάνα.  Στο προαύλιο έλεγαν όλοι μεταξύ τους καλά Χριστούγεννα και φιλούσαν ο ένας τον άλλο με πολύ αγάπη, σεβασμό, εκτίμηση αλλά και με περισσή αθωότητα.   Οι γυναίκες παρακολουθούσαν τους άντρες και ‘αγωνιούσαν για τον καλό τους’ αλλά ταυτόχρονα άκουγε κανείς, γέλια και κάποιες κουβέντες «υποτιμητικές» δηλ. εσύ δεν είσαι καλός και αυτός είναι καλύτερος  ή εσύ σταματά και δεν σου περνά, ή άλλαξε δουλειά  ή είσαι νηστικός κ.λ.π.  Στο προαύλιο της εκκλησίας βρισκόταν και το παραδοσιακό παγωτό του γνωστού πλανοδιοπαγωτάρη ‘Πήλιου’ από το χωριό Κοντεμένος, μ’ενα τρίτροχο μηχάνημα (τρίκυκλο) στο οποίο μέσα μετέφερε τρία ειδικά κυκλικά  δοχεία, που γύρω από αυτά έβαζε παγάκια τα οποία κρατούσαν παγωμένο το παγωτό για όλη την ημέρα.  Σε κάθε δοχείο έβαζε ένα είδος παγωτό δηλ. με λίγα λόγια πουλούσε κρέμα, βανίλια και τριαντάφυλλο.  Κάθε λίγο και λιγάκι φώναζε ο ‘Πήλιος’ και έλεγε: ‘κρέμα βανίλια παγωτόοοοο!!!’.  Σιγά-σιγά οι χωριανοί αποχωρούσαν από το προαύλιο και κατέληγαν άλλοι στα καφενεία, άλλοι στα σπίτια και άλλοι στην πλατεία του χωριού.  Γύρω στο μεσημέρι πήγαιναν όλοι στα σπίτια τους οπού τους περίμενε το παραδοσιακό χριστουγεννιάτικο τραπέζι και στη μέση του τραπεζιού έβλεπες την χριστουγεννιάτικη γαλοπούλα ζεστή και έτοιμη για να την γευτεί το κάθε στόμα, αλλά και πολλά αλλά φαγητά τα οποία δεν τα χαιρόσουν στο τραπέζι τόσο συχνά, όπως κουπέπια, κολοκάσι με τον χοίρο, μακαρόνια, ψητό κ.α.  Άρχιζε λοιπόν το Μαρινιώτικο επιτραπέζιο γλέντι και φαγοπότι, με Μαρινιωτού, κουντουρού,  μονή της τζοιμάται (Αρβανίτες), τσιαττιστά, την Ειρήνου, τον Κωσταντά και όλα τα Μαρινιώτικα και γνωστά κέφια με χορούς και διασκεδάσεις.

Μετά από το «μεγάλο και βαρύ» χριστουγεννιάτικο τραπέζι, το συναπάντημα γινόταν στην πλατεία του χωριού, όπου εκεί  γινόταν το αδιαχώρητο με μικρούς, μεγάλους αλλά και τους παππούδες και τις γιαγιάδες να καμαρώνουν τις νεότερες γενιές και να τις <ζηλεύουν>.  Στην πλατεία της Αγίας Μαρίνας έβλεπες τους μικρούς ναι παίζουν τα παραδοσιακά τους παιχνίδια όπως το λουκκούι με τα αθάσσια, ππιριλιά, τραπό, καμήλα, σκαπούλια, χωστό, λιγκρί, κύκλο κ.α.  Εβλεπες τους νέους και τις νέες στα δικά τους παραδοσιακά παιχνίδια, όπως ένα λεπτό κρεμμύδι νέον- νέον φράντζι καβαλιέρο, βύζινο (ζύζιρο), τριάππικια, βόλεϊ (με μπάλα κάνοντας σχήμα κύκλου), σχοινί, μαντήλι και σίγουρα τις ‘σούσες’ όπου οι νέοι εδώ έδειχναν τον απόλυτο σεβασμό προς τις νέες αφού ‘’τις κουνούσαν με τις ώρες’’ και μάλιστα τους τραγουδούσαν συνεχώς.   Στα δυο δημοφιλή σπίτια που συνήθως οι νέοι και νέες κατέληγαν για να παίξουν με τις σούσες στην δεκαετία του1950, ήταν στου Ιωσήφ Χατζηχάννα (Σίσας) και στο πατρικό σπίτι του Αντώνη  Φράγγου (χορευτή).  Αυτά τα δυο σπίτια είχαν μεγάλες καμάρες όπου κρέμαζαν τις σούσες και στις μεγάλες εορτές το διασκέδαζαν οι νέοι.  Ποιο πέρα έβλεπες μεγαλύτερους άντρες να διαγωνίζονται στα τσιαττιστά και κάποιους άλλους να κάθονται έξω από τα καφενεία να πίνουν τα ποτά τους και να τραγουδούν τα παραδοσιακά μας με τις ώρες.  Πρέπει να πούμε  όταν κάποιοι «έμπαιναν στο κέφι» πολλές φορές γινόντουσαν και καυγαδάκια, όπου όλοι οι χωριανοί έτρεχαν προς τα εκεί για να παρακολουθήσουν τον καυγά. (ο καφκάς στην Αγία Μαρίνα ήταν κομμάτι της παράδοσης των Μαρινιωτών).  Κάποιοι όμως που ήταν ποιο ψύχραιμοι έβαζαν τα πράγματα στην θέση τους.  Αν όμως στον καφκά (καυγά) συμπεριλαμβανόταν και ο Πέτρος Χατζηιωσήφ γνωστός ως Πετρουτσιός, εδώ τα πράγματα σοβάρευαν δηλ. έπρεπε να κλείσουν οι καφενέδες και να ρουμανίσουν όλα τα ξωπόρτια που ήταν στην περιοχή του καφκά, τουλάχιστον για λίγη ώρα μέχρι που τα πράγματα να ηρεμήσουν και μετά συνέχιζαν τις παραδόσεις φιλώντας ο ένας τον άλλον ωσάν να μην συνέβαινε τίποτε το ιδιαίτερο.  (Αυτό συνέβαινε συχνά στο όμορφο Σούλι των τραγουδιστών και των παλικαριών).  Ο Πέτρος Χατζηιωσήφ ήταν από τα μεγαλύτερα παλικάρια του νησιού μας.  Αρκεί να πούμε ότι μέχρι και γαίδαρο έπιανε στους ωμούς του και γυρνούσε όλο το χωριό (ο λόγος που το έκανε ήταν σίγουρα για να εκτονωθεί το θηρίο μέσα του).  [Επίσης από τα μεγαλύτερα παλικάρια της Κύπρου ήταν και ο Αγάπιος (Πουρουτζήχαλιλης ο ζορνερτζής-1880) ο οποίος πάλεψε με το παλικάρι ο οποίος καταγόταν από το χωριό Άγιος Βασίλειος, σε εορταστική εκδήλωση που γινόταν συνήθως στο χωριό Σκυλλούρα. Η νίκη ήταν εύκολη για τον μουσικό Αγάπιο Ζορνετζή, γιατί εκτός από παλικάρι φημιζόταν και για την νεττοσύνη του, την  σβελτάδα και ταχύτητα του.  Το ηττημένο παλικάρι δεν άντεξε την ήττα και σε λίγο καιρό έφυγε από την ζωή.  Για αρκετά χρόνια τότε ( γύρω στα 1885) έλεγαν τα γύρω χωριά την εξής φράση:¨ ‘’Ο  Ζορνετζής ο Μαρινιώτης ενίκησε το παλικάρι της Κύπρου’’.  Επίσης παλικάρια ήταν και οι υιοί του,  Τταφάς και  Τσιάνος οι οποίοι είχαν μεγάλη φήμη Παγκυπρίως και συνάμα ήταν ο φόβος και ο τρόμος των γύρω χωριών, αφού εκείνες τις εποχές μετρούσε πολύ η παλληκαριά].

Η διασκέδαση λοιπόν και τα παιχνίδια συνέχιζαν μέχρι αργά το βραδύ οπού όλοι «κουρασμένοι από την διασκέδαση και το φαγητό» αναχωρούσαν για τα σπίτια τους αναμένοντας πλέον με αγωνία την πρωτοχρονιά για νέες διασκεδάσεις και τον αποχαιρετισμό του γέρου χρόνου η παλιόχρονου, όπως τον αποκαλούσαν οι  λεβέντο-Μαρινιώτες.


Η ΣΠΑΝΙΑ ΑΥΤΗ ΦΩΤΟ ΑΠΟΘΑΝΑΤΙΖΕΙ ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΟΥ 1959 ΜΕ ΠΛΑΝΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΑΡΙΝΑΣ ΣΚΥΛΛΟΥΡΑΣ ΚΑΙ ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΑΣ. (απο το σπάνιο φωτογραφικό του θείου μου Τζόζεφ Άντωνη Τζυρκαλλή)

enasomatou IT Team