ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ ΣΚΥΛΛΟΥΡΑΣ (ΜΙΤΣΙΝ ΠΑΣΧΑ)

Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣΥΝΗΣ ( ΣΕ ΤΕΣΣΕΡΑ ΜΕΡΗ )

ΕΡΕΥΝΑ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΤΩΝΗΣ ΣΟΛΩΜΟΥ

 (1ο μερος)

Από τις μεγαλύτερες εορτές που εόρταζαν και εορτάζουν οι Μαρινιώτες είναι τα όμορφα Χριστούγεννα, ή ‘μιτσίν Πάσχα’ όπως συνηθιζόταν να λέγεται που ίσως να είναι και το μεγαλύτερο γεγονός γι’αυτούς στον κόσμο όπως και για τον κάθε Χριστιανό.  Ενα με δύο μήνες πρίν στα παλαιά χρόνια οι χωριανοί περίμεναν   με πολλήν λαχτάρα το μεγάλο αυτό γεγονός που σίγουρα με το πέρασμα του «γέμιζε και τις μπαταρίες» του καθ’ενός ακόμα και των μικρών παιδιών.  Δεκαπέντε με είκοσι μέρες πριν τα Χριστούγεννα άρχιζαν στο χωριό να βάφουν και να ασπρίζουν τα σπίτια, τους δρόμους, την πλατεία, και τα καφενεία.  Συνήθως η προτοβουλία και το πέρας του ασβεστόματος όπως το έλεγαν ήταν απο την κοινοτικήν αρχή αλλά και με συμμετοχή  του αγροφύλακα του χωριού.  Πρίν το 1974 θυμούμαι τον Αντώνη τον Μαλτέζο (Πισσιάρα) ο οποίος καταγόταν απο το Μαρωνίτικο χωριό Ασώματος Κερύνειας (οκτώ χιλιόμετρα απο την Αγία Μαρίνα)  ο οποίος ήταν παντρεμένος με την Χαννούτα Μ. Αγαπίου όπου εκτελούσε τότε καθήκοντα Αγροφύλακα.  Τον θυμούμαι λοιπόν εκείνες τις μέρες μαζί με δύο τρείς γυναίκες άρχιζαν από την μία άκρη του χωριού και ασβέστοναν το όμορφο και αξέχαστο χωριό της Αγίας Μαρίνας μ’όλο δύναμη, κέφι και με πολύ αγάπη.  Σε λίγες μέρες έβλεπες την Αγία Μαρίνα να λάμπει απο καθαριότητα, ομορφιά αλλά και όλους τους χωριανούς να έχουν ήδη αλλαγμένη την διάθεση τους και όλο το χωριό να σφίζει από μια διαφορετική κινητικότητα και ζωή.  Όμως οι χωριανοί άρχιζαν να «μυρίζουν και να αισθάνονται Χριστούγεννα» με το κλείσιμο του δημοτικού σχολείου και με την χριστουγενιάτικη εορτή που πραγματοποιόταν δυο εβδομάδες πριν τα χριστούγεννα.  Ήταν ακόμη ένα χαρμόσυνο μπορούμε να πούμε γεγονός, το κλείσιμο του σχολείου και η εορτή τους μικρούς μαθητές διότι το χερόντουσαν και οι ίδιοι πάρα πολύ καθ’ότι λάμβαναν μέρος στα χριστουγενιάτικα τραγούδια, στα δράματα στα σκετσάκια ακόμα και στην χριστουγενιάτικη κλήρωσης όπου εκεί μικροί και μεγάλοι περίμεναν να δούν την τύχη τους και όσοι κέρδιζαν κάποιο δώρο η χαρά ήταν μεγάλη εκείνα τα χρόνια που τα δώρα σπάνιζαν.  Το δημοτικό σχολείο την ημέρα που γιόρταζε έσφυζε από κόσμο, παρακολουθόντας με πολύ προσοχή και προσήλωση  τα όμορφα δραματάκια με την γέννηση του Χριστού, τον Ιωσήφ με την Μάρια, τους μάγους με το χρυσό, το λιβάνι και τη σμύρνα, τους βοσκούς με τις μαγκούρες τους και τα αρνάκια τους αλλά και το ωραίο στόλισμα της αίθουσας με το όμορφο αληθινό δέντρο στην γωνία της τάξης και την παραδοσιακή φάτνη που έφτιαχναν οι μαθητές με πολύ μεράκι και αγάπη για τον Χριστό.  Αυτά όλα λοιπόν σε έφερναν κοντά στο κλίμα των ημερών «ήθελες δεν ήθελες».  Θυμάμαι προσωπικά το 1969 τον μικρότερο μου αδερφό Τζόζεφ στην πρώτη τάξη του δημοτικού που απήγγειλε το ποιό κάτω « χαριτωμένο» ποιηματάκι και που το θυμάμαι ακόμα με εκείνες τις όμορφες γλυκιές και νοσταλγικές αναμνήσεις:

Ο ΤΤΕΝΕΚΚΕΣ

Σ’έναν κήπο μιά φορά

από λούλουδα σπαρμένο

επετάξαν μιά φορά

έναν ττενεκκέν σπασμένο

 

Μαραθήκαν οι μοσχιές

ξεραθήκαν και οι κρίνοι

μα ο παλιός μας ττενεκκές

πάντα ττενεκκές θα μείνει

 

Μόλις τελείωσε την απαγγελία του ο Τζόζεφ ή Τζόνσον όπως τον αποκαλούσαν αλλιώς μια δυνατή φωνή ακούστηκε μέσα στα  πολλά χειροκροτήματα να λέει μεγαλοφώνως: ‘ γιάσου βρε Τζόνσον πάλε’.  Αυτός ήταν ο πολυαγάπητος ξάδερφος Τζόζεφ Ηλία Πεκρή που ακόμα και μέχρι σήμερα ξεχωρίζει στην ευθύτητα και ειλικρίνεια του που δυστυχώς μέσα από το πέρασμα του χρόνου αυτά τα προτερήματα πάνε για αφανισμό στους ποιο πολλούς  χωριανούς  Αυτή ήταν μια έκφραση που την συναντούσες στην Αγία Μαρίνα σε στιγμές ενθουσιασμού και θαυμασμού από τους χωριανούς μέσα από την τότε αθωότητα τους και αγάπη που είχαν μεταξύ τους.  Μετά από την εορτή του δημοτικού σχολείου λοιπόν , και μέσα στις επόμενες ημέρες οι νέοι και οι νέες του χωριού αλλά και οι ποιό μεγάλοι σε ηλικία κυκλοφορούσαν στα ωραία μαγαζιά της Λύδρας και Ονασαγόρου να πάρουν τα εορταστικά τους ρούχα και παπούτσια, αλλά και κάποιοι άλλοι να πάρουν δώρα στους μικρούς (αν και δεν γινόταν πολύ αυτό το έθιμο στα παλαιά χρόνια, λόγω φτώχιας) που συνήθως τους αγόραζαν παπούτσια η ρούχα.  Λόγω δύσκολης διακίνησης των παιδιών με τα αυτοκίνητα στις πόλεις,  οι γονείς τους έπιαναν ‘αξαμο’(τους έπιαναν μέτρα) με ένα κομμάτι ξύλο το οποίο το τοποθετούσαν μέσα στο παλιό τους παπούτσι, όπου εκείνο ήταν και το σωστό μέτρημα το οποίο έπαιρναν μαζί τους στην Λευκωσία όπου και τους αγόραζαν τα παπούτσια.  Οι νέοι του χωριού περίπου έναν μήνα πριν τα Χριστούγεννα παράγγειλαν τις ‘φορεσιές’ τους, είτε από ράφτες γειτονικών χωριών (Κοντεμένος, Μύρτου) είτε από την Λευκωσία.  Πριν το 1974 ερχόταν στην Αγία Μαρινα ο γνωστός ραφτης ‘Πούλλος’απο τον Κοντεμένο Κερύνειας και ο γνωστός παπουτσής Μιχαήλης από το Διόριος Κερύνειας (οκτώ και δώδεκα χιλιόμετρα αντίστοιχος από την Αγία Μαρίνα) όπου για χρονιά εξυπηρετούσαν το χωριό.  Να πούμε ότι ο Πούλλος ο ράφτης ερχόταν με το ποδήλατο του, μάρκας ‘Καρκαντάς’ ενώ  ο παπουτσής με αυτοκίνητο ‘Μόρρις Μάίνορ εσταίητ’ άσπρου χρώματος.  Επ’ευκαιρίας να πούμε οτι πλανόδιοι (τέσσερα χιλιόμετρα απόσταση) όπου προμήθευε για πολλά χρόνια το χωριό ακόμα και με ψωμιά με αυτοκίνητο πράσινο λαδί μάρκας ‘Κόνσολ εσταίητ’ και ο ‘Πάουρος’ από τον Κοντεμένο με εσταίτ αυτοκίνητο του ιδίου χρώματος μάρκας ‘βόξολ’.  Οι φθαρτέμπορες  ήταν ο γνωστός ‘Μαμής’ από το γειτονικό χωριό της Σκυλλούρας κοπέλες όλες πήγαιναν όπως είπαμε Λευκωσία να αγοράσουν τα δικά τους γιορτινά και στόχος τους να αποκτήσουν κάτι το ξεχωριστό για να εντυπωσιάσει και να ενθουσιάσει τους νέους.  Οι ποιό ώριμοι άντρες κατέβαιναν στην γειτονική Σκυλλούρα για να φρεσκαριστούν όπως έλεγαν στο γνωστό  κουρείο «του Φουλή» δηλ να κουρευτούν και να νοιώσουν  «το γιορτινό κλίμα των ημερών» ποιο έντονα.  Μια εβδομάδα πρίν τις εορτές μικροί και μεγάλοι κάθε οικογένειας στόλιζαν το παραδοσιακό δέντρο το οποίο ήταν πάντοτε αληθινό είτε από πεύκο είτε από κυπαρίσσι.  Στολίζοντας το τραγουδούσαν και το παραδοσιακό τραγούδι του χριστουγεννιάτικου δέντρου ‘Σαν την νύφη στολισμένο φουντωτό καμαρωτό να το δέντρο στολισμένο στο σαλόνι ανοιχτό’.  Συνήθως το δέντρο το στόλιζαν με μπαλόνια, γυαλιστερά λουριά, μικρούς φοσκομένους Αι Βασίλιδες, μικρές χριστουγεννιάτικες μπαλίτσες και άσπρο μαλλί σαν βαμβάκι.  Οι Μαρινιώτισσες γυναίκες λίγες μέρες πριν το μεγάλο γεγονός προμηθευόταν το αλεύρι και το προζύμι ενώ οι άντρες έφερναν τα καυσόξυλα και το προς-άναμμα του φούρνου που ήταν πάντοτε το γνωστό ‘θρούμπι’(θυμάρι) το οποίο  ευδοκιμούσε η περιοχή της Αγίας Μαρίνας και όλοι οι φούρνοι του χωριού κάπνιζαν και μοσχοβολούσε το χωριό από θυμαρίσιων καπνό.  Τα κουλούρια και τα ψωμιά ετοιμαζόταν στον ηλιακό (είσοδος στεγασμένη του σπιτιού) από άλλες γυναίκες της ιδίας οικογένειας όπου τα τοποθετούσαν στα παραδοσιακά σανίδια και τα κουβαλούσαν  βάζοντας- τα στους ώμους τους, όπου τα πήγαιναν  στον φούρνο που ήταν στην αυλή και συνήθως σε κάποια γωνιά της αυλής.   Σε μία με δύο ώρες μοσχοβολούσε όλο το χωριό από το ζεστά κουλούρια και τα όμορφα μεγάλα ψωμιά.  Κάποιες γυναίκες που δεν είχαν δικό τους φούρνο φούρνιζαν στις γειτόνισσες τους και οταν ξυφούρνιζαν και τα κουβαλούσαν στους ώμους με τα σανίδια, όποιον εύρισκαν στο μονοπάτι τους η στον δρόμο του έλεγαν την εξής ανθρώπινη φράση: ‘Κόψε βραστό’.  Μπορούσε  μέχρι που να πάνε σπίτι τους να το πουν σε πέντε και έξι  διαφορετικούς χωριανούς αλλά αυτό τους ευχαριστούσε πάρα πολύ και ειδικά καθώς  έτρωγαν το ‘βραστό’ οι περαστικοί να έλεγαν στην μαστόρισσα ότι τα ‘επέτυχε πολύ’ και μπράβο της.  Επίσης οι οικοκυρές όλες έπρεπε να ετοιμάσουν τα παραδοσιακά τους μελομακάρονα και να τα έχουν στο τραπέζι για κέρασμα μέχρι και την πρωτοχρονιά, όπου εκεί τα αντικαθιστούσε η περιβόητη ‘βασιλόπιττα’ με το φλουρί της.  Την προηγούμενη των Χριστουγέννων το χωριό έσφυζε από ζωή, ζωντάνια και η  πλατεία του χωριού περνούσε μια διαφορετική ατμόσφαιρα και κινητικότητα.  Τα παιδιά του χωριού χωρισμένα σε μικρές ομάδες (τέσσερα έως πέντε άτομα) γύριζαν το βράδυ όλο το χωριό και τραγουδούσαν τα παραδοσιακά κάλαντα, όπου οι χωριανοί τους έριχναν στο μικρό δοχείο τους που συνήθως ήταν άδειο κουτί γάλακτος (κουτί είτε από γάλα σίσσι ή από γάλα βλάχας) τον οβολό τους που πότε ήταν ένα ‘γρόσι’ πότε κανέναν ‘μισούι’ και κάποτε μπορούσε να ήταν και κανάν ‘σελίνι’.  Οι ομάδες των παιδιών συναγωνιζόταν ποιος θα πάρει περισσότερα λεφτά.  Όταν τελείωναν καθόταν με αγωνιά σε καμιά γωνιά του δρόμου και με τα κλεφτοφάναρα τους (είδος φαναριού με μπαταρίες) η τα φανάρκα τους (φανάρι με πετρέλαιο και φιτίλι) και μετρούσαν τα τυχερά τους.

Καλήν εσπέραν άρχοντες

κι’αν είναι ορισμός σας

Χριστού την θεία γέννηση

να πω στ’αρχοντικό σας

 

Χριστός γενειέται σήμερα

εν Βηθλεέμ την  πόλη

κι’ουρανοί αγάλονται

χαίρει  η φύσις όλη

 

Εν το σπηλαίο τίκτεται

εν φάτνη των αλόγων

κι’ ο βασιλεύς των ουρανών

και ποιητής των όλων

 

Εκ’της Περσίας έρχονται

τρεις μάγοι με τα δώρα

άστρο λαμπρό τους οδηγεί

χωρίς να λείψει  ώρα

 

Σ’αυτό το σπίτι το ψηλό

πέτρα να μην ραγίσει

κι’ο νοικοκύρης του σπιτιού

χίλια χρονιά να ζήση

 

 Όλα τα καφενεία του χωριού του Σολωμού και της Ελένης Αγαπίου,του Ιωάννη και Κκούλλας Παύλου Τσιακκαριά, της Βασιλούς ΧατζηΙωσήφ, του Γιώρκου Ταννούση Σσιακκίρη, του Ιωσήφ Σολωμού Κιολάρη, του Μαρίνου και της Τταλλούς, της Πάγιας και του Πρασσίμη καθώς και τα μπακκάλικα του Ττοφή και Ττοφίνας, του Ιωσήφ Μάρα Γιούφταη και της Σουσάννας καθώς και το συνεργατικό που απέχτησε μεταγενέστερα η Αγία Μαρίνα και στεγαζόταν στο πρώην καφενείο του Ιωσήφ Σολωμού Κκιολάρη είχαν και αυτά με την σειρά τους μια πρωτόγνωρη κίνηση που την γνώριζαν τρεις με τέσσερεις φορές τον χρόνο σε ένα τόσο έντονο βαθμό.  Πρέπει να πούμε ότι την εβδομάδα των Χριστουγέννων κάθε βράδυ γινόταν εσπερινός και σπάνια έλειπε χωριανός εκτός από κάποιους κτηνοτρόφους που γεννούσαν τα ζώα τους και ήταν δικαιολογημένη η απουσία τους.

enasomatou IT Team